Εικονική πώληση που υποκρύπτει δωρεά υπό τρόπο – Ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας (ΤρΕφΠειρ 14/2023) | Νομικά Νέα

  • Αρχική
  • Νομικά Νέα
  • Εικονική πώληση που υποκρύπτει δωρεά υπό τρόπο – Ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας (ΤρΕφΠειρ 14/2023) | Νομικά Νέα

Κάνοντας δεκτή την σχετική αγωγή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε ότι είναι άκυρη ως εικονική η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων δικαιοπραξία μεταβίβασης λόγω πώλησης, καθώς και ότι είναι έγκυρη η υποκρυπτόμενη αυτής σύμβαση μεταβίβασης λόγω δωρεάς εν ζωή υπό τον τρόπο της ισόβιας περιποιήσεως, φροντίδας και περιθάλψεως του ενάγοντος από την εναγόμενη (ΤρΕφΠειρ 14/2023).

Δέχθηκε, ακόμη, ότι η δωρεά έχει ανακληθεί και υποχρέωσε την εναγομένη να αναμεταβιβάσει την ψιλή κυριότητα του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα, καθώς μετά την ανάκληση έχει λήξει η νόμιμη αιτία της  επίδικης μεταβίβασης λόγω δωρεάς.  Σε περίπτωση δε άρνησής της, καταδίκασε την εναγομένη σε δήλωση βούλησης προς τούτο κατ’ άρθρο 949 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξία είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα.

Αχαριστία, λόγω της οποίας  ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, μπορεί, σύμφωνα με τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη και οικονομική ενίσχυση, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η επίδειξη καταφρόνησης προς το δωρητή με λόγο ή έργο. Η αδιαφορία του δωρεοδόχου προς τον δωρητή που έχει ανάγκη από περίθαλψη, αποδοκιμάζεται κοινωνικά, γι’ αυτό παρέχεται δικαίωμα στο δωρητή να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος δεν ανέλαβε τέτοια υποχρέωση με τη σύμβαση της δωρεάς. Το αν η διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα, κρίνεται από το δικαστή ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την συμπεριφορά αυτή βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, του συζύγου ή του στενού συγγενούς του.

Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αληθινή βούληση των μερών ήταν η σύμβαση της πώλησης ακινήτου που συνήφθη μεταξύ των μερών να ισχύσει ως δωρεά.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει πως η πώληση ήταν φαινομενική και ήθελαν να καλύψουν κάτω από την πώληση αυτή δωρεά υπό τρόπο, ήτοι χωρίς αντάλλαγμα και με τον όρο φροντίδας, περιποίησης και περίθαλψης του ενάγοντος από την εναγόμενη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της εναγόμενης δεν ήταν η πρέπουσα έναντι του ενάγοντος, καθώς άρχισε να αμελεί την περιποίηση αυτού, δε συμμετείχε στις δαπάνες και τον εξύβριζε. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι ενέργειες της εναγομένης συνιστούν κατά την κοινή αντίληψη συμπεριφορά που αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τον ενάγοντα – δωρητή, και στοιχειοθετούν αντικειμενικά την κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ αχαριστία, ήτοι βαριά παραπτώματα της δωρεοδόχου, με τα οποία φάνηκε αχάριστη απέναντι στον δωρητή, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς. Τα ίδια πραγματικά περιστατικά, αποτελούν ταυτόχρονα και υπαίτια παραβίαση από αυτήν του τρόπου υπό τον οποίο έγιναν οι δωρεές.

Απόσπασμα απόφασης

Αποδεικνύεται επομένως ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει η ανωτέρω πώληση των 4/5 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας της ΑΙ οριζόντιας ιδιοκτησίας υπό το με αρ. ./2012 συμβόλαιο ήταν φαινομενική και ήθελαν να καλύψουν κάτω από την πώληση αυτή δωρεά υπό τρόπο, ήτοι χωρίς αντάλλαγμα και με τον όρο φροντίδας, περιποίησης και περίθαλψης του ενάγοντος από την εναγόμενη. Με τον ίδιο όρο είχε συμφωνηθεί και η δωρεά της ψιλής κυριότητας του άλλου 1/5 εξ αδιαιρέτου στην εναγόμενη, ανεξαρτήτως αν ο όρος αυτός δεν αναγράφηκε ρητώς στο με αρ. ./2012 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών … Επίσης παρόλο που στο άνω συμβόλαιο αναφέρεται ότι η δωρεά αυτή είναι ισχυρή αμετάκλητη και ότι το δωρητής παραιτείται από κάθε δικαίωμα για διάρρηξη ακύρωση της αναγνωρίζοντας ότι έγινε για εκπλήρωση ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος, η δήλωση αυτή από μόνη της δεν έχει έννομη επιρροή, αφού δεν εκτίθενται στο συμβόλαιο τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία μπορούν να θεμελιώσουν την κρίση ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας υπό την έννοια του άρθρου 512 Α.Κ (ΑΠ 5/2020 σε www.areiospagos.gr). Άλλωστε η εναγόμενη – εκκαλούσα δεν διατύπωσε σχετικό ισχυρισμό (της διάταξης του άρθρου 512 ΑΚ), με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τον οποίο να επαναφέρει με την έφεση της. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η συμπεριφορά της εναγόμενης, δεν ήταν η πρέπουσα έναντι του ενάγοντος, καθώς άρχισε να αμελεί την περιποίηση αυτού, δε συμμετείχε στις δαπάνες και τον εξύβριζε με εκφράσεις όπως «παλιόγερε», «δεν πληρώνω τίποτα στο σπίτι», είσαι «άχρηστος». Τίς ύβρεις αυτές συνοδευόμενες με υποτιμητικές χειρονομίες διαπίστωσε και ο μάρτυρας … μία ημέρα που είχε πάει στο σπίτι του ενάγοντος να του κάνει υδραυλικές εργασίες. Οι τριβές μεταξύ των διαδίκων είχαν σχέση με τη συνεισφορά της εναγόμενης στις κοινές δαπάνες διαβίωσης και τον υιό αυτής, ο οποίος ένα διάστημα είχε σταματήσει να δουλεύει και βοηθούσε η τελευταία. Μάλιστα ο υιός της εναγόμενης σε άρνηση του ενάγοντος να του παραδώσει το αυτοκίνητο του προκάλεσε φθορές σ’ αυτό. Εξάλλου, οι σχέσεις των διαδίκων διαρρήχθηκαν οριστικά το Φεβρουάριο του 2017, όταν ο ενάγων υποχρεώθηκε από την εναγόμενη να εγκαταλείψει την οικία του και να φιλοξενηθεί σε συγγενικά σπίτια. Η εναγόμενη συνέχισε να διαμένει στην οικία που έκαναν χρήση οι διάδικοι (Α. οριζόντια ιδιοκτησία της οποίας ήταν ψιλή κυρία και Α., που ανήκε εξ ολοκλήρου στον ενάγοντα), υποχρεώθηκε όμως να αποδώσει την κατοχή της στον ενάγοντα μετά την παραδοχή της από 7-2017 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας (αίτησης) εκδόθηκε η υπ’ αρ 40/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, (στη συζήτηση της οποίας η εναγόμενη δεν παραστάθηκε). Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, χωρίς να αναιρούνται από αυτές των μαρτύρων της εναγόμενης, οι οποίοι είναι στενοί συγγενείς αυτής, καθώς εξετάστηκαν στον Ειρηνοδίκη Πειραιά ο ξάδελφος της … και ο υιός της …. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι ο ενάγων ήταν αυτός που δεν έδινε χρήματα στην εναγόμενη για τις δαπάνες τους διαβίωσης και αποχώρησε ο ίδιος αυτόβουλα από τη οικία, κατόπιν έντονης διαφωνίας του με την εναγόμενη, για το ότι αυτή διέτρεφε τον άνεργο υιό της με χρήματα από τη σύνταξη της. Όμως οι καταθέσεις αυτές δεν κρίνονται πειστικές, γιατί ο εναγόμενος ουδέποτε θα αποχωρούσε από την οικία του λόγω μίας απλής διαφωνίας, όσο έντονη και αν ήταν αυτή, αλλά εξάγεται βάσιμα ότι η εναγόμενη με τη συμπεριφορά της τον υποχρέωσε    να εγκαταλείψει αυτή (βλ. ένορκη βεβαίωση του ….) Η συμπεριφορά της εναγόμενης έναντι του ενάγοντος παρέμεινε η ίδια και δεν μεταβλήθηκε μεταγενέστερα, τουλάχιστον μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2019, οπότε ο ενάγων, της απέστειλε την από 25-2-2019 εξώδικη δήλωση, (επιδόθηκε στις 28-2-2009, βλ. την με αρ. . Γ/28-2-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο αυτό … με την οποία επικαλούμενος την αχαριστία της και μη τήρηση του τρόπου των δωρεών ανακάλεσε αυτές. Όλες οι πιο πάνω ενέργειες της εναγομένης, συνιστούν κατά την κοινή αντίληψη συμπεριφορά που αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τον ενάγοντα – δωρητή, και στοιχειοθετούν αντικειμενικά την κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ αχαριστία ήτοι βαριά παραπτώματα της δωρεοδόχου, με τα οποία φάνηκε αχάριστη απέναντι στον δωρητή, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς. Τα ίδια ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποτελούν ταυτόχρονα και υπαίτια παραβίαση από αυτήν του τρόπου υπό τον οποίο έγιναν οι δωρεές, η δε εναγόμενη δεν επικαλέσθηκε προς απαλλαγή της με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κι επαναφέροντας το σχετικό ισχυρισμό με την έφεση της, είτε ότι εκπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει αυτή ευθύνη. Σημειώνεται πως η ανάκληση των επίδικων συμβάσεων δωρεάς, έγινε εντός της ενιαυσίας προθεσμίας, που θέτει το άρθρο 510 εδ.α ΑΚ, καθώς αποδείχτηκε ότι τα περιστατικά, που συνιστούν τον λόγο αχαριστίας υπήρξαν εξακολουθητικά, και διήρκεσαν τουλάχιστον μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2019, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ώστε λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 781/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης. Ενόψει αυτών η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί: α) ότι είναι άκυρη ως εικονική η συναφθείσα δυνάμει του υπ’ αριθμόν ./5-4-2012 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών … δικαιοπραξία μεταβίβασης λόγω πώλησης από τον ενάγοντα προς την εναγομένη ποσοστού 4/5 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του εκεί περιγραφόμενου ακινήτου, καθώς και ότι είναι έγκυρη η υποκρυπτόμενη αυτής σύμβαση μεταβίβασης του ως άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας της εκεί περιγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, λόγω δωρεάς εν ζωή υπό τον τρόπο της ισόβιας περιποιήσεως, φροντίδας και περιθάλψεως του ενάγοντος από την εναγόμενη, β) ότι οι αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας δωρεές έχουν ανακληθεί, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αναμεταβιβάσει την ψιλή κυριότητα του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου στον ενάγοντα, καθώς μετά την προαναφερθείσα ανάκληση έχει λήξει η νόμιμη αιτία των επίδικων μεταβιβάσεων λόγω δωρεάς, σε περίπτωση δε άρνησης της, να καταδικαστεί σε δήλωση βούλησης προς τούτο κατ’ άρθρο 949 ΚΠολΔ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή την αγωγή κρίνοντας ομοίως, ορθά εφάρμοσε το νόμο κι εκτίμησε τις αποδείξεις, ώστε η έφεση της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για το παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, θα  επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας – εκκαλούσας, όπως ειδικότερα προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο, του παραβόλου, που κατέθεσε η εκκαλούσα, κατ’ άρθρο 495 παρ.3 εδ.ε’ ΚΠολΔ.

Δείτε ολόκληρη την απόφαση στο dsanet.gr

Πηγή άρθρου