Ευθύνη τράπεζας σε περίπτωση απάτης στις οικονομικές σ

Σύμφωνα με το άρθρο 830 ΑΚ “Η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί. Σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη”.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 806 ΑΚ “Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας”. Περαιτέρω, το άρθρο 827 ΑΚ προβλέπει ότι “Ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του”.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σε αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του. Ενόψει δε και της φύσης του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία απόδοσης αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαίρεσης, η ευθύνη της τράπεζας παραμένει συμβατική και φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, η άρνηση δε της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της (ΑΠ 72/2022 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 421/2021 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 867/2021 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1432/2019 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 4506/2021 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΔωδ 256/2020 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 2644/2020 ΤΝΠ Νόμος με περαιτέρω παραπομπές). Η δε ενοχή αποσβέννυται αποκλειστικά διά καταβολής βάσει των 416 και 417 ΑΚ.

Περαιτέρω, για την εκτίμηση του βαθμού της αμέλειας της Τράπεζας θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν η έκταση των παρεπόμενων υποχρεώσεων προστασίας που αυτή έχει σε σχέση με τους αντισυμβαλλόμενούς της, καθότι από την παραβίαση αυτών των υποχρεώσεων θα κριθεί και η βαρύτητα της αδιαφορίας που η Τράπεζα επέδειξε προς ξένα συμφέροντα. Συγκεκριμένα, με αφετηρία την αρχή της καλής πίστης (ΑΚ 288 για τις ενδοσυμβατικές ενοχές) και την διαρκή σχέση μεταξύ Τράπεζας και πελάτη, η οποία διακρίνεται από την ύπαρξη εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, αλλά και από την εν μέρει υποχρεωτικότητα (καθότι για πλείστες συναλλαγές απαιτείται πλέον νομοθετικά η μεσολάβηση πιστωτικού ιδρύματος), η καλόπιστη εκπλήρωση της ενοχής εκ μέρους της Τράπεζας προϋποθέτει τη λήψη μέτρων προστατευτικών των απόλυτων έννομων αγαθών, αλλά και της περιουσίας του άλλου μέρους. Άλλωστε, στην αυτή λήψη προστατευτικών μέτρων των απολύτων έννομων αγαθών και της περιουσίας συνηγορούν τα εξής: (α) η τράπεζα είναι επαγγελματίας και γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, (β) από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές ακόμη και η οικονομική κατάσταση του πελάτη της, (γ) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία και (δ) η τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τον πελάτη της (ΕφΚρητ 2/2022 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 266/2022 ΤΝΠ Νόμος, Εφθεσσαλ 1491/2022 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΚρητ 10/2021 ΤΝΠ Νόμος, ΜονΠρΠειρ 221/2022 ΤΝΠ Νόμος). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η θέση της τράπεζας είναι κατά πολύ πλεονεκτικότερη από αυτή των πελατών της. Έτσι, την Τράπεζα βαρύνει μία γενική υποχρέωση διαφύλαξης των συμφερόντων των πελατών της, που εξειδικεύεται, ιδίως, σε υποχρέωση διαφύλαξης του τραπεζικού απορρήτου, υποχρέωση επιμελούς ακρόασης και εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, υποχρέωση διαφώτισης, συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του πελάτη ενόψει συγκεκριμένων κινδύνων, υποχρέωση παροχής πληροφοριών, καθώς και σε υποχρέωση διαφύλαξης της καταθέσεως από κακόβουλες ενέργειες τρίτων, ώστε να προστατεύεται η πίστη του πελάτη της τράπεζας ότι αυτή θα πράξει ό,τι είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση και προστασία των οικονομικών του συμφερόντων και την προστασία των περαιτέρω στοιχείων της προσωπικότητάς του (ΕφΑθ 4506/2021 ΤΝΠ Νόμος με περαιτέρω παραπομπές, ΜονΠρΑθ 6062/2021 ΤΝΠ Νόμος με περαιτέρω παραπομπές).

Για την ειδικότερη διευκρίνιση της βαριάς αμέλειας σε περίπτωση απάτης, κρίσιμο είναι εάν εφαρμόζεται σύστημα ισχυρής ταυτοποίησης (άρθρο 96 ν. 4537/2018). Δεδομένου ότι στην ισχυρή ταυτοποίηση απαιτείται πάντοτε διαδικασία δύο σταδίων, βαρεία αμέλεια θα νοείται, κατά κανόνα, μόνο στην περίπτωση που ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες της απάτης τα απαιτούμενα μέσα και των δύο σταδίων (π.χ. όνομα χρήστη και κωδικό αφενός, ΟΤΡ για μεταφορά κεφαλαίου αφετέρου). Αν αντιθέτως, ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες πληροφορίες μόνο για το ένα από τα δύο στάδια (π.χ. μόνο όνομα χρήστη και κωδικό), τότε η αμέλεια που τον βαρύνει θα πρέπει να κρίνεται κατά κανόνα ελαφρά, καθότι ο πληρωτής δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ότι το έτερο μέρος θα αποκτήσει πρόσβαση, με δικά του μέσα, και στο έτερο στάδιο (π.χ. γνώση κωδικού ΟΤΡ), ώστε να πετύχει την μεταφορά κεφαλαίων. Στην ανωτέρω περίπτωση, λόγω κρίσιμης ομοιότητας, θα πρέπει να υπαχθεί και η περίπτωση στην οποία ο εξαπατηθείς πληρωτής παρέχει εξ ιδίων πληροφορίες τόσο όσον αφορά το όνομα χρήστη και τον κωδικό εισόδου, όσο και κάποιον κωδικό ΟΤΡ, ο οποίος όμως δεν αφορά την μετακίνηση κεφαλαίου τούτο, διότι δικαίως εμπιστεύεται ο πληρωτής ότι τα όσα έχει γνωστοποιήσει σε τρίτο μέρος δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μετακίνηση κεφαλαίου.

Οι διατάξεις του νόμου αυτού είναι ειδικότερες σε σχέση με άλλα νομοθετήματα και θα πρέπει να προηγούνται στην εφαρμογή τους, ιδίως σε σχέση με τις διατάξεις του ν. δ/τος της 17.7/13.8.1923. Δεν επηρεάζουν όμως την πιθανή ευθύνη της Τράπεζας από άλλες διατάξεις (914 ΑΚ επ., ν. 2251/1994) ως προς την τυχόν οφειλόμενη ηθική βλάβη, η οποία θα οφείλεται σωρευτικά.

Άλλωστε, νομολογιακά έχει κριθεί από τα Δικαστήρια ότι Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ) σύμφωνα με τους οποίους  η Τράπεζα δεν φέρει καμία ευθύνη εάν παρά την άσκηση της δέουσας από αυτήν επιμέλειας, παραβιασθεί η ασφαλής χρήση του δικτύου ή το απόρρητο των πληροφοριών σχετικά με τον Πελάτη ή η Τράπεζα δεν ευθύνεται για κάθε χρήση ηλεκτρονικού Εναλλακτικού δικτύου αντίθετη στο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο ή τα χρηστά ήθη συμπεριλαμβανομένης της παράνομης πρόσβασης και χρήσης (ενδεικτικά μέσω phishing ή hacking), είναι άκυροι καθότι αυτοί έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις του ν. 4624/2019, οι οποίες με την σειρά τους αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο. Με τον ανωτέρω νόμο σκοπείται η προστασία κάθε πληρωτή που δεν βαρύνεται με δόλο ή βαρεία αμέλεια ως προς τις ίδιες υποχρεώσεις ταυτόχρονα, επιρρίπτεται ο κίνδυνος στην Τράπεζα για όλες τις λοιπές ζημίες, χωρίς να παίζει ρόλο εάν η ίδια ήταν συνεπής με τις ίδιες υποχρεώσεις.

Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου