Ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις συντρέχει όταν μαται

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 παρ.1 του ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όποιος, δε, κατά το στάδιο αυτό των διαπραγματεύσεων προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε. Από τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, η οποία έχει εφαρμογή και όταν ματαιωθεί η κατάρτιση της σύμβασης σε χρόνο κατά τον οποίο οι μεταξύ των μερών διαπραγματεύσεις έχουν τερματιστεί οριστικά και δεν υπολείπεται παρά μόνο η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει αυτή να θεωρείται βέβαιη. Σε μία τέτοια περίπτωση εκείνος που ματαίωσε τη σύμβαση μη τηρώντας τη συμπεριφορά, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι υποχρεωμένος να ανορθώσει τη ζημία την οποία υπέστη ο αντισυμβαλλόμενος που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της. Ως ζημία νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλαδή η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα είχε αποφύγει αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης, αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψή της. Αποκαθίσταται ιδίως η ζημία που αυτός υπέστη, διότι, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους (ΑΠ 347/2018 δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος).

Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι: η ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, η αντισυμβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλόμενου, η υπαιτιότητα, η επέλευση ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον νόμιμο λόγο ευθύνης, δηλαδή στην υπαιτιότητα και τη ζημία. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών διαπραγματεύσεις νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη ορισμένης σύμβασης, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης. Το στάδιο των διαπραγματεύσεων διαρκεί μέχρι την διακοπή τους και ματαίωση της σύμβασης ή την κατάρτισή της. Κατά το στάδιο αυτό επιβάλλεται η παροχή διασαφηστικών πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του άλλου, δηλαδή η λεγόμενη υποχρέωση διαφώτισης και προστασίας. Πάντως, η υποχρέωση αυτή της διαφώτισης και προστασίας δεν φτάνει μέχρι το σημείο να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα. Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, που διαφέρει από την ευθύνη από την αδικοπραξία, έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ματαίωσης της σύμβασης ή της ακυρότητας αυτής,όταν ο υπαίτιος της ματαίωσης έδωσε διαβεβαιώσεις για την κατάρτιση της σύμβασης ή απέκρυψε τους λόγους της ακυρότητας αυτής, οπότε έχει υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας του άλλου που πίστεψε στην κατάρτιση έγκυρης σύμβασης. Εξάλλου ως πταίσμα κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νοείται η μη τήρηση της συμπεριφοράς που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Το πταίσμα κρίνεται κατά το άρθρο 330 AK και έτσι αρκεί και αμέλεια. Η ζημία πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη συμπεριφορά του άλλου προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.

Η αποζημίωση περιλαμβάνει το αρνητικό διαφέρον της σύμβασης, δηλαδή τη ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα απέφευγε αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση (ΑΠ 1435/2015 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Η αποζημίωση περιλαμβάνει, τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία και καλύπτει το διαφέρον εμπιστοσύνης ή το αρνητικό της σύμβασης διαφέρον, το οποίο πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την, εκδηλωθείσα κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, αντίθετη στην καλή πίστη και συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου.Αποκαθίσταται ιδίως, η ζημία που ο συμβαλλόμενος υπέστη, διότι, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται η κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους (βλ. σχετικά με τα ανωτέρω ΑΠ 1302/2010, ΑΠ 1610/2009,, ΑΠ 1231/2008, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 1463/2001, ΑΠ 1232/2000, άπασες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος).

Πλέον, συγκεκριμένα κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, οι απαιτήσεις της καλής πίστης είναι δυνατόν να παραλλάσσουν κατά τις ατομικές περιστάσεις. Πρόβλεψη εκ των προτέρων για το ποιες ανάγκες θα προκύψουν και γι’ αυτό πρόβλεψη εκ των προτέρων για το ποιες διαφοροποιήσεις θα επιβάλλει εκάστοτε η καλή πίστη δεν είναι πάντοτε και με ακρίβεια δυνατή (Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο § 5 αριθ. 20, Τσολακίδης, ΕφΑΔ 2009.274). Ο νομοθέτης σκόπιμα δεν καθόρισε λεπτομερειακά ποια συμπεριφορά πρέπει να τηρούν οι συναλλασσόμενοι, αλλά θέσπισε ως κριτήριο της συμπεριφοράς αυτής, την συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ώστε ο δικαστής, εξειδικεύοντας τη συναλλακτική καλή πίστη, να διαμορφώνει τον κατάλληλο κάθε φορά για την ατομική σχέση που πρόκειται να κρίνει κανόνα δικαίου (Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές σελ. 343).

Η συναγωγή, ωστόσο, από τη γενική ρήτρα της καλής πίστης των ειδικότερων, κανόνων που θα επιτρέψουν τη συγκεκριμενοποίηση της γενικής ρήτρας της καλής πίστης στην προσυμβατική ευθύνη παρίσταται αναγκαία. Προσφορότερος τρόπος είναι η αναγωγή σε αξιολογικά κριτήρια κατώτερης βαθμίδας και η διαμόρφωση ενδιάμεσων κανόνων με αντικείμενο συγκεκριμένες υποχρεώσεις των μερών κατά το πρόσυμβατικό στάδιο. Οι ενδιάμεσοι αυτοί κανόνες και οι επί μέρους υποχρεώσεις καλόπιστης συμπεριφοράς που απορρέουν από αυτούς μπορεί να εξειδικευθούν περαιτέρω, με προσαρμογή στα ειδικότερα δεδομένα, αφού πάντοτε συνεκτιμάται ότι ο χαρακτηρισμός μιας συμπεριφοράς ως κακόπιστης συναρτάται με συγκεκριμένες περιστάσεις. Με τη διαμόρφωση ενδιάμεσων κανόνων και ομάδων περιπτώσεων, οι οποίες υπάγονται στους κανόνες αυτούς, επιτυγχάνεται η μετάβαση από το αφηρημένο επίπεδο των αρχών του δικαίου στο επίπεδο των συγκεκριμένων κανόνων που είναι δεκτικοί υπαγωγής και εφαρμογής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η συγκεκριμενοποίηση αυτή εξαντλεί το κανονιστικό εύρος της γενικής ρήτρας, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί ανά πασά στιγμή σε ένα βιοτικό περιστατικό που δεν ομοιάζει με τις ήδη αντιμετωπισθείσες περιπτώσεις (Τσολακίδης, ό.π.). Στο πλαίσιο αυτό έχουν καθορισθεί – νομολογηθεί οι σπουδαιότερες υποχρεώσεις των μερών κατά το πρόσυμβατικό στάδιο. Αυτές είναι οι υποχρεώσεις διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων με ταχύτητα και σοβαρότητα, οι υποχρεώσεις διαφώτισης, που δεν φτάνει μέχρι το σημείο να επεκτείνεται και σε όσα θέματα το άλλο μέρος θα όφειλε και θα μπορούσε να πληροφορηθεί με δική του επιμελή έρευνα, υποχρεώσεις αλήθειας, προστασίας, έγκαιρης προειδοποίησης για τη διακοπή των διαπραγματεύσεων (βλ. Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές σελ. 343, Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές σελ. 452 επ., Λαδάς, Γενικές Αρχές σελ. 224 επ.).

Από την αρχή της καλής πίστης δε γεννιέται υποχρέωση κατάρτισης της σύμβασης και η μη κατάρτιση της σύμβασης δε στοιχειοθετεί παρανομία. Διαφορετική αντίληψη θα κατέλυε την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Έτσι, η διακοπή των διαπραγματεύσεων καθ’ εαυτή δεν συνιστά αντισυναλλακτική συμπεριφορά. Ομοίως και η νομολογία αποφαίνεται ότι η ματαίωση της σύμβασης δεν συνιστά καθ’ εαυτή αντισυναλλακτική συμπεριφορά, εκτός αν από την προηγούμενη συμπεριφορά αυτού που ματαίωσε τη σύμβαση δικαιολογείται τούτο. Αυθαίρετη και αδικαιολόγητη ματαίωση της κατάρτισης της σύμβασης είναι αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μόνον αν είχε επέλθει συμφωνία επί όλων των αφορώντων τη σύμβαση σημείων και απέμεινε η τήρηση τύπου, ή όταν υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι θα καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση (ΑΠ 1678/2001 ΕλλΔνη 45.112, ΑΠ 1175/2007 ΕλλΔνη 49.1395, ΑΠ 1505/1988 ΝοΒ 38.62, ΑΠ 309/1996 ΕλλΔνη 38.83) ή σημειώθηκε αδικαιολόγητη καθυστέρηση της αρνητικής απάντησης υπό συνθήκες που παρείχαν την εντύπωση στο άλλο μέρος ότι θα ακολουθούσε αποδοχή (βλ. την υπ’ αριθμόν 336/2020 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος

Email: [email protected]

Πηγή άρθρου