Εφαρμογή της αρχής ne bis in idem σε κυρώσεις για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (C-27/22) | Νομικά Νέα

  • Αρχική
  • Νομικά Νέα
  • Εφαρμογή της αρχής ne bis in idem σε κυρώσεις για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (C-27/22) | Νομικά Νέα

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Volkswagen Group Italia και Volkswagen Aktiengesellschaft έκρινε ότι η αρχή ne bis in idem εφαρμόζονται και στις κυρώσεις που επιβάλλονται για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οι οποίες ταξινομούνται ως διοικητικές κυρώσεις ποινικής φύσης (C-27/22).

Ιστορικό της υπόθεσης

Στις 4 Αυγούστου 2016, επιβλήθηκε από την ιταλική αρχή για την προστασία της αγοράς και του ανταγωνισμού πρόστιμο 5 εκατομμυρίων ευρώ στην Volkswagen Group Italia (VWGI) και στην Volkswagen Aktiengesellschaft (VWAG) για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές έναντι των καταναλωτών. Οι πρακτικές αυτές αφορούσαν, αφενός, την εμπορία πετρελαιοκίνητων οχημάτων στην Ιταλία, από το 2009, τα οποία περιείχαν λογισμικό που επιτρέπει την παραμόρφωση της μέτρησης των επιπέδων εκπομπής οξειδίων του αζώτου κατά τη διάρκεια δοκιμών επιθεώρησης των εκπομπών ρύπων και, αφενός, τη διάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων που έδιναν έμφαση στην συμμόρφωση αυτών των οχημάτων με τα κριτήρια που προβλέπονται από την περιβαλλοντική νομοθεσία. Οι δύο εταιρείες VWGI και VWAG προσέβαλαν την απόφαση αυτή. Ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.

Στο μεταξύ, η Εισαγγελία του Braunschweig (Γερμανία) επέβαλε πρόστιμο 1 δισεκατομμυρίου ευρώ στη VWAG με την αιτιολογία ότι η εταιρεία είχε παραβιάσει τις διατάξεις του Νόμου για τα διοικητικά αδικήματα που τιμωρούν την παράβαση από αμέλεια καθήκοντος εποπτείας των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων, όσον αφορά την ανάπτυξη του εν λόγω λογισμικού και την εγκατάστασή του σε 10,7 εκατομμύρια πετρελαιοκίνητα οχήματα που κυκλοφορούν παγκοσμίως (700.000 εκ των οποίων πωλήθηκαν στην Ιταλία). Η γερμανική απόφαση κατέστη οριστική στις 13 Ιουνίου 2018, αφού η VWAG κατέβαλε το πρόστιμο και παραιτήθηκε επίσημα από το δικαίωμά της να προσβάλλει την απόφαση αυτή.

Ακολούθως, η VWGI και η VWAG ισχυρίστηκαν ότι η ιταλική απόφαση κατέστη παράνομη, λόγω παραβίασης της αρχής ne bis in idem, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η επανάληψη τόσο των διαδικασιών όσο και των κυρώσεων ποινικής φύσεως για τις ίδιες πράξεις και κατά του ίδιου προσώπου. Κατοχυρώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ιταλικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε έφεση μετά την απόρριψη της αγωγής πρωτοδίκως, απευθύνθηκε στο ΔΕΕ με το ερώτημα εάν η αρχή ne bis in idem εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.

Η κρίση του ΔΕΕ

Το Δικαστήριο απάντησε καταφατικά στο ερώτημα εάν κυρώσεις που επιβλήθηκαν για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές μπορούν να χαρακτηριστούν διοικητικές κυρώσεις ποινικού χαρακτήρα.

Περαιτέρω, επισήμανε τρία κριτήρια, τα οποία είναι σημαντικά για την αξιολόγηση του κατά πόσον οι επίμαχες διαδικασίες και κυρώσεις είναι ποινικές φύσης:

(α) Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο, σχετικά με τη νομική ταξινόμηση της παράβασης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η εφαρμογή του άρθρου 50 του Χάρτη δεν περιορίζεται σε διαδικασίες και κυρώσεις που χαρακτηρίζονται ως «ποινικές» σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αλλά επεκτείνονται, ανεξάρτητα από την κατάταξη σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο, σε διαδικασίες και κυρώσεις που πρέπει να θεωρηθούν ποινικής φύσης.

(β) Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο, το οποίο αφορά την εγγενή φύση της παράβασης, το Δικαστήριο αναφέρει ότι απαιτείται να εξακριβωθεί εάν η επίμαχη κύρωση έχει, μεταξύ άλλων, τιμωρητικό σκοπό.

(γ) Ως προς το τρίτο κριτήριο, σχετικά με το βαθμό σοβαρότητας της κύρωσης που μπορεί να επιβληθεί στον ενδιαφερόμενο, το Δικαστήριο σημειώνει ότι καθορίζεται αναλόγως τη μέγιστη πιθανή ποινή που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις.

Υπό το πρίσμα των τριών αυτών κριτηρίων, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, αν και χαρακτηρίζεται ως διοικητική κύρωση βάσει της εθνικής νομοθεσίας, πρόστιμο που επιβάλλεται σε εταιρεία από την αρμόδια εθνική αρχή προστασίας των καταναλωτών προκειμένου να τιμωρήσει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές συνιστά ποινική κύρωση όταν έχει τιμωρητικό σκοπό και έχει υψηλό βαθμό αυστηρότητας.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο απαντά καταφατικά στο ερώτημα εάν η αρχή ne bis in idem αποκλείει εθνική νομοθεσία που επιτρέπει η επιβολή ποινικού προστίμου σε νομικό πρόσωπο για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές να διατηρηθεί, όταν το πρόσωπο αυτό έχει καταδικαστεί για το ίδιο γεγονός σε άλλο κράτος μέλος, ακόμη και αν η καταδίκη αυτή είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας επιβολής του προστίμου, αλλά κατέστη τελεσίδικη πριν την έκδοση απόφασης στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας κατά του προστίμου, αποκτώντας την ισχύ δεδικασμένου.

Όπου υπάρχει τελεσίδικη απόφαση, η αρχή ne bis in idem αποκλείει την έναρξη ή συνέχιση ποινικών διαδικασιών για το ίδιο γεγονός. Αυτή η αρχή ισχύει όταν μια ποινική απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη. Ωστόσο, εφαρμόζεται μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία αναφέρονται οι δύο διαδικασίες ή οι δύο επίμαχες κυρώσεις είναι πανομοιότυπα.  Επομένως, δεν αρκεί τα γεγονότα αυτά να είναι απλώς παρόμοια.

Τέλος, το Δικαστήριο διευκρίνισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί αιτιολογημένα να περιοριστεί η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι δύναται να περιοριστεί η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, ώστε να επιτρέπεται η επανάληψη διαδικασιών ή κυρώσεων για τα ίδια γεγονότα, όπου πληρούνται τρεις προϋποθέσεις: (α) μια τέτοια επανάληψη δεν πρέπει να αποτελεί υπερβολική επιβάρυνση για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, (β) σαφείς και ακριβείς κανόνες πρέπει να προβλέπουν ποιες πράξεις ή παραλείψεις ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επανάληψης και (γ) οι επίμαχες διαδικασίες πρέπει να έχουν διεξαχθεί κατά τρόπο επαρκώς συντονισμένο και μέσα σε ένα εγγύς χρονοδιάγραμμα.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

Πηγή άρθρου