Δημόσια διαθήκη – Προϋποθέσεις για τη νομότυπη σύνταξή

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1724, 1730, 1732 και 1733 ΑΚ, η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας του βούλησης ενώπιον Συμβολαιογράφου, ενώ είναι παρόντες τρεις (3) μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας (1) μάρτυρας, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 1725 – 1737 ΑΚ. Ο διαθέτης δηλώνει προφορικώς την τελευταία του βούληση ενώπιον του Συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων, τα οποία συμπράττουν και τα οποία πρέπει να είναι παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξης, ενώ απαγορεύεται, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, η παρουσία οποιουδήποτε άλλου, εκτός από τον διαθέτη και τα συμπράττοντα πρόσωπα. Για τη διαθήκη συντάσσεται πράξη, κατά τους ορισμούς του άρθρου 1732 ΑΚ, που πρέπει να περιέχει και τη μνεία ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1729 μέχρι 1731, η οποία κατ’ άρθρο 1733 παρ. 1 ΑΚ πρέπει να διαβαστεί στον διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν και να βεβαιωθεί σ’ αυτήν ότι αυτό έγινε. Πρέπει δηλαδή η ανάγνωση της διαθήκης να γίνει συγχρόνως προς τον διαθέτη και τα συμπράττοντα πρόσωπα και να βεβαιωθεί ότι έγινε η ανάγνωση κατά τα ανωτέρω, χωρίς να είναι αναγκαίο η εν λόγω βεβαίωση για την ανάγνωση της σχετικής πράξης στον διαθέτη να γίνει κατά τρόπο πανηγυρικό και με την επανάληψη των λέξεων του νόμου, αλλά αρκεί να συνάγεται από τη διατύπωση της διαθήκης και τις συναφείς εκφράσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί στο περιεχόμενό της, οπουδήποτε και αν βρίσκονται σε αυτήν, η τήρηση των ανωτέρω διατυπώσεων.

Κατά την ορθή έννοια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΚ 1730 παρ. 3), η οποία συνάγεται από τον σκοπό της νομοθετικής θεσπίσεώς της, απαγορεύεται η κατά τον χρόνο συντάξεως της δημόσιας διαθήκης, παρουσία, εκτός των κατά τα άρθρα 1725 – 1729 ΑΚ συμπραττόντων προσώπων, και άλλου προσώπου, όταν η παρουσία αυτού, ενόψει των περιστάσεων, που συντρέχουν κάθε φορά, μπορεί να ασκήσει αποφασιστικό επηρεασμό στην ψυχική κατάσταση και τα συναισθήματα του διαθέτη, κατά τρόπο, ώστε η δήλωση της τελευταίας βουλήσεώς του να μην εκφράζει την ελεύθερη και αβίαστη θέληση αυτού περί της τύχης της κληρονομιάς του (ΑΠ 398/2018 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Κατά, δε, τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται αυτοδικαίως και η διαθήκη θεωρείται εξ αρχής ως μη γενομένη, χωρίς να απαιτείται η παρεμβολή σχετικής δικαστικής απόφασης, ενώ είναι επιτρεπτή μόνο η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής (άρθρο 70 ΚΠολΔ) για αναγνώριση της ακυρότητας, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την έγερση της σχετικής αναγνωστικής αγωγής, να έχει ο ενάγων έννομο προς τούτο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, υπό την έννοια ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει την επίδικη έννομη σχέση είναι ενεστώσα, δηλαδή υπάρχει κατά τη συζήτηση της αγωγής επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον για την έγερση αγωγής αναγνώρισης ακυρότητας διαθήκης έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, καθώς και οι τετιμημένοι με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη κληρονόμοι ή κληροδόχοι, στους οποίους λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται η κληρονομιά του (ΑΠ 708/2015 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, η κατά το άρθρο 1724 ΑΚ δημόσια διαθήκη, που συντάσσεται ενώπιον Συμβολαιογράφου, έχει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου, την οποία ρυθμίζουν τα άρθρα 438, 440 και 441 ΚΠολΔ. Σύμφωνα, δε, με το εν λόγω άρθρο 438 ΚΠολΔ, «έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημοσία υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλη και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει τη βεβαίωση αυτή. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή τού εγγράφου ως πλαστού». Ως πλαστογραφία, δε, προκειμένου περί δημοσίων εγγράφων, νοείται και η εκ μέρους του συντάκτη ή του εκδότη τους βεβαίωση ψευδών περιστατικών. Τέτοια γεγονότα που βεβαιώνονται από Συμβολαιογράφο στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης, είτε ως γενόμενα από αυτόν είτε ως γενόμενα ενώπιόν του, κατά των οποίων χωρεί ανταπόδειξη μόνο με την προσβολή της διαθήκης ως πλαστής ή ακριβέστερα για ψευδή βεβαίωση περιστατικών από τον Συμβολαιογράφο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 260/1986 ΕλΔνη 27,942, ΕφΑΘ 26/2009 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1737 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και ότι υπέγραψαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου ο διαθέτης και τα πρόσωπα που συμπράττουν, ότι έγινε η κατά το άρθρο 1730 ΑΚ δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη προφορικά ενώπιον του Συμβολαιογράφου και των λοιπών συμπραττόντων προσώπων, με τη μνεία ότι δεν παρίσταντο κατά τη σύνταξή της άλλα πρόσωπα εκτός από τον διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν, καθώς και η βεβαίωση ότι η πράξη διαβάστηκε στον διαθέτη ενώ άκουγαν τα συμπράττοντα πρόσωπα (ΕφΠατρ 86/2021, ΑΠ 398/2018, ΑΠ 150/2016, ΑΠ 486/2014, ΑΠ 1133/2013, ΕφΔωδ 91/2020 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

Πηγή άρθρου