Δημόσια διαθήκη – Αυξημένη αποδεικτική δύναμή

Κατά τη διάταξη του άρθ. 1724 ΑΚ, η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από τον διαθέτη της τελευταίας βούλησής του ενώπιον του Συμβολαιογράφου, ενώ είναι παρόντες τρεις (3) μάρτυρες ή δεύτερος Συμβολαιογράφος και ένας (1) μάρτυρας κατά τις διατάξεις των άρθ. 1725 έως 1737ΑΚ. Κατά τον παράτιτλο του άρθ. 1725 ΑΚ, ως πρόσωπα που συμπράττουν, νοούνται κατ’ αντιδιαστολή προς τον «δηλούντα την τελευταία αυτού βούληση διαθέτη», ο Συμβολαιογράφος και οι τρεις (3) μάρτυρες ή ο δεύτερος Συμβολαιογράφος και ο ένας (1) μάρτυρας, η συμμετοχή των οποίων είναι απαραίτητη σύμφωνα με το άρθ. 1724 ΑΚ για τη σύνταξη έγκυρης δημόσιας διαθήκης.

Ο Συμβολαιογράφος που συντάσσει την πράξη της δημόσιας διαθήκης αποδέχεται τη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη και έχει καθήκον να την αποτυπώσει κατά τέτοιον τρόπο, φραστικό και νοητικό, ώστε να αποδίδεται η αληθινή θέληση αυτού (ενν. του διαθέτη). Οι μάρτυρες που συμπράττουν κατά τη σύνταξη της διαθήκης και ο τυχόν δεύτερος Συμβολαιογράφος έχουν ως πρωταρχικό ρόλο τον έλεγχο της τηρήσεως της νόμιμης διαδικασίας εκ μέρους του συντάσσοντος αυτή Συμβολαιογράφου και δευτερευόντως τη μαρτυρία για τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της συντάξεως της δημόσιας διαθήκης και κυρίως για τη δήλωση της βουλήσεως του διαθέτη και το περιεχόμενό της.

Περαιτέρω, η δημόσια διαθήκη έχει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, την οποία ρυθμίζουν τα άρθ. 438, 440 και 441 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με το άρθ. 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού.

Τέτοια γεγονότα που βεβαιώνονται στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης που συντάσσεται στο Συμβολαιογράφο, είτε ως γενόμενα από τον Συμβολαιογράφο που συνέταξε τη διαθήκη είτε ενώπιόν του, κατά των οποίων ανταπόδειξη μπορεί να γίνει μόνον με προσβολή αυτής ως πλαστής, είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1737 ΑΚ και, μάλιστα, πλην άλλων, α) ότι έγινε η δήλωση της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη και μάλιστα προφορικά, β) ότι η διαθήκη αναγνώσθηκε, γ) ότι παραστάθηκαν και υπέγραψαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου ο διαθέτης και τα πρόσωπα που συμπράττουν (ΑΠ 458/2021 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1133/2013).

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

Πηγή άρθρου