Δευτέρα - Παρασκευή | 10:00 - 21:00 | ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ Κ. ΣΙΝΤΟΡΗΣ ΜΑΡΙΑ Β. ΤΟΓΕΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Γρηγορίου Λαμπράκη 29, Ηγουμενίτσα

Διαδικασίες αλλαγής στοιχείων ληξιαρχικών πράξεων

Για την αλλαγή των στοιχείων των ληξιαρχικών πράξεων ενός προσώπου – εκτός του επωνύμου – βρίσκουν εφαρμογή οι κάτωθι διαδικασίες: α) Η αλλαγή δυνάμει του άρθρου 13 του ν. 344/1976 και β) (αν υπάρχει διπλή υπηκοότητα) η αυτοδίκαιη αναγνώριση της σχετικής αλλοδαπής απόφασης στην ελληνική έννομη τάξη, δυνάμει του άρθρου 780 ΚΠολΔ.

Για την αλλαγή του επωνύμου ακολουθείται μόνο η διοικητική οδός του ν. 2753/1994.

  1. ΑΛΛΑΓΗ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΠΛΗΝ ΕΠΩΝΥΜΟΥ

Α) ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ν. 344/1976.

Αρ. 13 ν. 344/1976 «Διόρθωση στοιχείων ληξιαρχικών πράξεων

  1. Για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
  2. Σφάλματα, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη, μη αφορώντα στον τόπο, ημέρα, μήνα, έτος και ώρα τέλεσής τους στην πράξη βεβαιουμένου γεγονότος και εφόσον δεν αποδίδονται σε δόλο των συμπραξάντων την πράξη, δύνανται να διορθωθούν επίσης και μετά από άδεια του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή, όπου δεν εδρεύει Εισαγγελέας, του Ειρηνοδίκη, η οποία παρέχεται μετά από έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων, κατόπιν αίτησης παντός έχοντος έννομο συμφέρον.
  3. Σφάλματα, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη προφανώς εκ παραδρομής, μπορούν να διορθωθούν και άνευ αδείας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή του Ειρηνοδίκη, από τον αρμόδιο ληξίαρχο, μετά από προηγούμενη από αυτόν έρευνα και εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων, κατόπιν αιτήσεως παντός έχοντος έννομο συμφέρον.».

Εκ της ανωτέρω διάταξης συνάγεται πως, αναλόγως της εκ παραδρομής αναγραφής ή της αλλαγής των αρχικών εγγραφών και της συμπλήρωσης αυτών, απαιτείται είτε η ενέργεια του Ληξιάρχου (για σφάλματα, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη προφανώς εκ παραδρομής) είτε του Εισαγγελέα Πρωτοδικών (για σφάλματα, παρεισφρήσαντα σε ληξιαρχική πράξη, μη αφορώντα στον τόπο, ημέρα, μήνα, έτος και ώρα τέλεσής τους στην πράξη βεβαιουμένου γεγονότος και εφόσον δεν αποδίδονται σε δόλο των συμπραξάντων την πράξη), είτε απόφαση πολιτικού δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 782 ΚΠολΔ (για όλες τις έτερες περιπτώσεις).

Αναφορικά με τη δικαστική οδό ενώπιον των Πολιτικών Δικαστηρίων:

Από τις διατάξεις των άρθρων 58 ΑΚ και 415 ΠΚ συνάγεται ότι το κύριο όνομα, ως χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητας, πρέπει να διατηρείται σταθερό και αμετάβλητο χάριν της ιδίας της προσωπικότητας αλλά και της ασφάλειας των συναλλαγών, καθιστάμενης επιβεβλημένης, όμως, ταυτοχρόνως, της εισαγωγής παρεκκλίσεων χάριν, επίσης, του ιδίου του προσώπου, ερειδόμενες στο άρθρο 5 παρ. 1 Σ, το οποίο κατοχυρώνει τη δυνατότητα εκάστου προς ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Εκ των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν.δ. 344/1976 “περί ληξιαρχικών πράξεων” και του άρθρου 22 παρ. 1 στ. δ`, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 ν. 1348/1984, αλλά και τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 782 KΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την διόρθωση της ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως, της οποίας στοιχείο είναι και το κύριο όνομα αυτού, έπεται ότι επιτρέπεται η μεταβολή του κυρίου ονόματος, ιδίως λόγω σφάλματος που εμφιλοχώρησε κατά τη σύνταξη αυτής, όταν συντρέχει ιδιαίτερη ανάγκη δικαιολογούσα τη μεταβολή και δη όταν αυτό έχει δικαιολογημένα μη επιθυμητές συνέπειες για τον κάτοχό του, παρακωλύοντας την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (ΑΠ 573/1981, ΝοΒ 30, 422, ΕφΑθ 3718/2008, ΕφΑθ 1661/2005, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η αλλαγή του ονόματος δεν προσκρούει στο μυστήριο του βαπτίσματος, του οποίου συστατικό στοιχείο που τελείται εφάπαξ, αναγόμενο δηλαδή στην ουσία του δόγματος, δεν αποτελεί η ονοματοδοσία του ανήλικου τέκνου, μη υφισταμένων συνταγματικώς κατοχυρωμένων ιερύον αποστολικών και συνοδικών κανόνων και ιερών παραδόσεων περί ονοματοδοσίας που ορίζουν άλλως (Ολ. ΑΠ 240/1975, ΑΠ 744/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γ. Μπαλή Βάπτισμα και ονοματισμός Θέμις – Δ. 953). 1

Το άρθρο 782 KΠολΔ προβλέπει τη διαδικασία και το αρμόδιο δικαστήριο για τη βεβαίωση γεγονότων που αφορούν στη γέννηση, την ονοματοδοσία, το γάμο ή το θάνατο φυσικού προσώπου, με σκοπό τη σύνταξη ή τη διόρθωση της συνταχθείσας δυνάμει του ν. 344/1976 ληξιαρχικής πράξης. Η αίτηση διορθώσεως μπορεί ειδικότερα να αναφέρεται: α) στη σύνταξη ληξιαρχικής πράξης ή στην ανασύνταξή της λόγω απώλειας ή καταστροφής της σχετικής πράξεως, β) στη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξεως (άρθρο. 13 ν. 344/1976) και ειδικότερα στη συμπλήρωση, αλλαγή ή διαγραφή στοιχείου ή στοιχείων του περιεχομένου της, εφόσον δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματική κατάσταση κατά το χρόνο συντάξεώς της ή εφόσον επήλθε μεταγενέστερα οποιαδήποτε μεταβολή που καθιστά επιβεβλημένη τη διόρθωση. Η διόρθωση στις περιπτώσεις αυτές είναι δυνατή, ανεξάρτητα αν η εσφαλμένη αναγραφή οφείλεται σε αναληθή δήλωση των ενδιαφερομένων ή σε σφάλμα του ληξιάρχου. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις για την άσκηση της σχετικής αιτήσεως απαιτείται η αιτιολόγηση εννόμου συμφέροντος (βλ. Παρατηρήσεις του Π. Αρβανιτάκη επί της υπ`αριθ. 24.984/1998 ΜονΠρωτΘεσ, Αρμ. 1999. 248) .

Αντικείμενο της απόφασης που αφορά τη διόρθωση ή συμπλήρωση ληξιαρχικής πράξης δεν είναι η έκδοση διαταγής προς το ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης που ενδεχόμενα συντάχθηκε ανακριβώς από αυτόν (βλ. ΕφΑθ 10168/82 ΝοΒ 31 242, ΕφΑθ 3707/72 ΝοΒ 21 357, Κ. Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, III, παρ 6 Π, σ. 558, τον ίδιο, ΠολΔικ, αρθρ. 782, παρ 3.2.1. , σ. 477), διότι τούτο αποτελεί καθήκον του ληξιάρχου, το οποίο οφείλει να εκτελεί χωρίς διαταγή, αλλά η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων της πράξης (βλ. ΕφΑθ 3707/72 ΝοΒ 21. 357, ΜΠρΚοζ 526/79 ΑρχΝ 32. 89). Για το λόγο αυτό η εκδιδόμενη δικαστική απόφαση, αδιάκριτα από το αν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τη σύνταξη ή για τη διόρθωση υπάρχουσης ληξιαρχικής πράξης, είναι, αναφορικά με τη ρυθμιστική της ενέργεια, διαπιστωτική θετική ατομική πράξη (βλ. σχετ. Στασινόπουλο, «Δίκαιον των διοικητικών πράξεων» § 13 ΙΙΑ, σελ.136 επ. ΕφΘεσ 2571/1996, Αρμ Ν { 1996) 1088, με σύμφωνες παρατηρήσεις) . Αυτό σημαίνει περαιτέρω ότι η σχετική δικαστική απόφαση, δεν περιέχει ούτε επιτρέπεται να περιέχει διαταγή προς το ληξίαρχο να συντάξει ή να διορθώσει τη σχετική ληξιαρχική πράξη (βλ. Μπέη, «Πολιτική Δικονομία, εκούσια δικαιοδοσία» έκδ. 1992, τόμο 18 άρθρο 782 σελ. 477, Μπρακατσούλα, «Εκούσια δικαιοδοσία» έκδ. 1998, σελ. 227 και ΜΠρΦλωρ 32/69 Αρμ. 23. 313) . Ο ληξίαρχος θα υποχρεωθεί στην καταχώρηση μόνο με τον εξαναγκαστικό μηχανισμό της διοίκησης, ήτοι βάσει της αποφάσεως αυτής, όταν καταστεί τελεσίδικη, θα γίνει η σχετική καταχώριση στην ληξιαρχική πράξη καθώς η δικαστική απόφαση περί της μεταβολής αυτής είναι δεσμευτική για τα διοικητικά όργανα, τα οποία δεν δύνανται να αποκλίνουν αυτής, αμέσως ή εμμέσως, κατά την έκδοση διοικητικών πράξεων σχετικών προς την μεταβολή αυτή (791 ΚΠολΔ). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 8 του νόμου 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων» , «1) Προς βεβαίωση της αστικής κατάστασης του φυσικού προσώπου τηρούνται εις έκαστον ληξιαρχείο βιβλία γεννήσεων, γάμων θανάτων, και εκθέσεων. 2) Τα ληξιαρχικά βιβλία είναι δημόσια, 3) Εις τα ληξιαρχικά βιβλία καταχωρίζονται αι πράξεις αι έχουσαι αντικείμενου την βεβαίωση γεννήσεως, γάμου η θανάτου του φυσικού προσώπου, την μεταβολήν του περιεχομένου ή την διόρθωση τοιαύτης ληξιαρχικής πράξεως…». Δηλαδή τα ληξιαρχικά βιβλία ορίζονται περιοριστικά από το νόμο και είναι μόνο τα βιβλία γεννήσεων γάμου, θανάτων, και εκθέσεων, ληξιαρχικές δε πράξεις είναι μόνο όσες έχουν ως αντικείμενο τη βεβαίωση γεννήσεως, γάμου η θανάτου φυσικού προσώπου ή τη διόρθωση προηγούμενης ληξιαρχικής πράξης.2  Συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 782 του ΚΠολΔ εμπίπτουν μόνο γεγονότα τα οποία καταχωρούνται σε ληξιαρχικές πράξεις, τα δε ληξιαρχικά βιβλία ορίζονται περιοριστικά από το νόμο (άρθρο 8 του Ν. «περί ληξιαρχικών πράξεων») και είναι μόνο τα βιβλία γεννήσεων/γάμου, θανάτων, και εκθέσεων, ληξιαρχικές δε πράξεις είναι μόνο όσες έχουν ως αντικείμενο τη βεβαίωση γεννήσεως, γάμου ή θανάτου φυσικού προσώπου ή τη διόρθωση προηγούμενης ληξιαρχικής πράξης. Επομένως, κατά τη διαδικασία του άρθρου 782 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνονται διορθώσεις άλλων δημοσίων εγγράφων, όπως δημοτολογίων, βιβλίων οικογενειακών μερίδων ή μητρώων αρρένων (έστω και αν η βεβαίωση του γεγονότος επηρεάζει τα βιβλία αυτά) καθότι δεν είναι ληξιαρχικά βιβλία, ούτε οι εγγραφές σε αυτά φέρουν χαρακτήρα ληξιαρχικών πράξεων, για το λόγο δε τούτο, τα σχετικά πιστοποιητικά που εκδίδονται επί τη βάσει των εγγραφών στα βιβλία οικογενειακών μερίδων δεν υπογράφονται από τον αρμόδιο Ληξίαρχο αλλά από το Δήμαρχο. Συνακόλουθα, είναι μη νόμιμη η αίτηση περί διόρθωσης εγγραφής στα Δημοτολόγια καθώς και σε κάθε άλλο δημόσιο έγγραφο που δεν φέρει το χαρακτήρα ληξιαρχικής πράξης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον, κατ` άρθρο 782 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ, η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται μόνο περί διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης [ΜΕφΑΘ 2118/2025, 763/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα (-Αρβανιτάκη), Ερμηνεία, άρθρο 782, σελ. 1543, Μπρακατσούλα, Εκούσια Δικαιοδοσία, Θεωρία-Νομολογία-Πράξη, έκδοση 8η, σελ. 225].3

Σχετικές αποφάσεις: 1752/2025 ΜΠΡ Αθηνών (NOMOS), 1016/2023 ΕΙΡ Αθηνών (NOMOS), 90/2022 ΕΙΡ Ιωαννίνων (NOMOS), 50/2022 ΕΙΡ Καστοριάς (NOMOS).

Β) ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Από τη διάταξη του άρθρου 780 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν απαιτείται οποιαδήποτε διαδικασία για την αναγνώριση στην Ελλάδα των αλλοδαπών αποφάσεων επί υποθέσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις αυτές ισχύουν στην ημεδαπή αυτοδίκαια, έτσι ώστε οποιοδήποτε δικαστήριο ή άλλη αρχή, ενώπιον των οποίων ανακύπτει, ως κύριο ή προδικαστικό, το ζήτημα της ισχύος μιας τέτοιας απόφασης, δικαιούται και οφείλει να ελέγχει αυτεπάγγελτα τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αξιώνει για την ισχύ τους το άρθρο 780 του ΚΠολΔ. Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται σε υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας και έχει πρόδηλα το χαρακτήρα ειδικού κανόνα έναντι της διάταξης του άρθρου 905 παρ. 4 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που με την τελευταία ορίζονται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά στην προσωπική κατάσταση, καθώς η τελευταία ρύθμιση αναφέρεται στις υποθέσεις της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (ΟλΑΠ 9/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι, αν και η αλλοδαπή απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας εκδηλώνει την ισχύ της στην ημεδαπή αυτόματα, είναι δυνατό -όταν υφίσταται ανάγκη προς τούτο – να αναγνωριστεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατ` άρθρο 905 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ισχύς αλλοδαπής απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και αφορά την προσωπική κατάσταση, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 905 παρ. 4 του, υπό τους όρους, όμως, του άρθρου 780 του ΚΠολΔ. Πρόκειται, ειδικότερα, για τις περιπτώσεις που η αρχή ενώπιον της οποίας πρόκειται να γίνει επίκληση της αλλοδαπής απόφασης, αρνείται ή αδυνατεί να διαπιστώσει την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 780 του ΚΠολΔ (Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία, άρθρο 780 αρ. 11· Σπυριδάκης L, Εκούσια Δικαιοδοσία, σ. 317-318). Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 323, 780 και 905 του ΚΠολΔ, που αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων στην Ελλάδα, ενώ κατά τη γραμματική τους διατύπωση αναφέρονται σε «απόφαση» αλλοδαπού δικαστηρίου, εντούτοις, με βάση την τελολογική τους ερμηνεία, γίνεται δεκτό ότι υπό τον όρο «απόφαση» αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου πρέπει να νοηθεί, ενόψει του ότι ο ανωτέρω χαρακτηρισμός θα κριθεί με βάση το δίκαιο της πολιτείας στην οποία ανήκει το όργανο που την εξέδωσε, οποιαδήποτε κρίση οργάνου της αλλοδαπής πολιτείας που, κατά το δίκαιό της, είναι επιφορτισμένο, έχοντας τη σχετική δικαιοδοσία, με την επίλυση ιδιωτικών διαφορών κατά προδιαγεγραμμένη, έστω και συνοπτική, διαδικασία. Είναι δε αδιάφορος ο τύπος, τον οποίο περιβάλλεται αυτή η δικαιοδοτική κρίση, αν υπογράφεται ή όχι από δικαστή, αν έχει αναλυτική ή συνοπτική αιτιολογία ή ο χαρακτηρισμός της από το δίκαιο της αλλοδαπής πολιτείας ως απόφασης, διάταξης, πράξης ή κρίσης. Τέτοια, όμως, απόφαση ή διάταξη ή πράξη ή κρίση αλλοδαπού δικαιοδοτικού οργάνου δεν νοείται αίτηση (η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση «Deed poll») για την έκδοση αναγνωριστικής της αλλαγής των ονοματεπωνυμικών του στοιχείων διοικητικής-δικαστηριακής πράξης ενώπιον των αρμόδιων αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, χωρίς να προσκομίζεται η διοικητική/ δικαστηριακή πράξη της αρμόδιας αρχής του Ηνωμένου Βασιλείου, ούτε να προσκομίζεται το Βρετανικό Δίκαιο, προκειμένου το εκάστοτε Δικαστήριο να διαγνώσει ποια είναι η προβλεπόμενη διαδικασία για την αλλαγή ονοματεπώνυμου στην Μεγάλη Βρετανία και από ποια διοικητική/δικαστηριακή αρχή εκδίδεται η σχετική πράξη, καθώς η δικαιοδοτική κρίση του οργάνου της αλλοδαπής πολιτείας δεν εκφράζεται με την υπεύθυνη δήλωση (Deed poll) του αιτούντος, της οποίας ζητείται η αναγνώριση της ισχύος της, αλλά με την προαναφερόμενη πράξη καταχώρησης 4

Συνεπώς, αφού η εγκυρότητα της απόφασης θα κριθεί με βάση το δίκαιο της πολιτείας στην οποία εκδόθηκε, είναι αδιάφορο για την υπόστασή της αν φέρει ή όχι την από τους ημεδαπούς δικονομικούς κανόνες καθοριζόμενη μορφή, έστω και αν οι τελευταίοι αφορούν στην εσωτερική δημόσια τάξη και έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου (ΑΠ 170/2023 σε www.areiospagos.gr, ΑΠ 496/1994, ΕφΑθ 6341/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αρκεί η υπόθεση ή διαφορά που επιλύει η αλλοδαπή «απόφαση» να υπάγεται, κατά το ελληνικό δίκαιο, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Γιαννόπουλος, Αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας στην ελληνική έννομη τάξη, σ. 160, 163), δηλαδή τα θέματα στα οποία αφορά να ρυθμίζονται στην Ελλάδα αποκλειστικά με δικαστική απόφαση και όχι με διοικητική διαδικασία, κατ` άλλη δε διατύπωση να αποτελεί δικαιοδοτική -και όχι διοικητική- κρίση (ΕφΑθ 763/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2493/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Νικολόπουλος Γ. σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία, άρθρο 905 αρ. 17). Εξάλλου, η αναγνώριση και η κήρυξη της εκτελεστότητας της υπό την έννοια που προαναφέρθηκε απόφασης, δεν θα πρέπει να θίγει τη δημόσια τάξη. Η αντίθεση προς τη διεθνή δημόσια τάξη, υπό τη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 33 του ΚΠολΔ έννοια, κρίνεται από το αν και κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η λύση που έδωσε η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην ελληνική επικράτεια έννομες συνέπειες, που προσκρούουν προς τις θεμελιώδεις αντιλήψεις, που επικρατούν στη χώρα και μπορούν να διαταράξουν τον έννομο ρυθμό της (ΑΠ 1517/2023 σε www.areiospagos.gr).4 Από την διατύπωση λοιπόν των διατάξεων αυτών και τη συστηματική τους ερμηνεία συνάγεται επιπλέον ότι η υπόθεση ή διαφορά, την οποία επιλύει η αλλοδαπή απόφαση, απαιτείται να υπάγεται κατά το ελληνικό δίκαιο στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και τα θέματα στα οποία αφορά να ρυθμίζονται στην Ελλάδα αποκλειστικά με την έκδοση δικαστικής απόφασης και όχι μέσω διοικητικής διαδικασίας (ΕφΘες 2493/2017, ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΘες 13829/2018, Γιαννόπουλος Π., Αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας στην ελληνική έννομη τάξη, έκδ. 2003 σελ. 211 επ). Το ζήτημα της απόκτησης και μεταβολής του επωνύμου για τις περιπτώσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν.δ. 2573/1953 ως ισχύει, και δη Ελλήνων υπηκόων, συνάπτεται με λόγους εντόνου συμφέροντος και άσκησης δημόσιας εξουσίας ως προαναφέρθηκε και συνεπώς οι σχετικές διατάξεις του ν.δ. 2573/1953 ως ισχύει και αφορά Ελληνες υπηκόους, είναι δημόσιας τάξης κατ’ αρθρ. 780 παρ.2 του ΚΠολΔ και 33 και κατ’ ακολουθία το ζήτημα αυτό ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων και αρχών.5

Σχετικές αποφάσεις: 196/2026 ΜΠΡ Αθηνών (NOMOS), 2118/2025 ΜΟΝΕΦ Αθηνών (NOMOS), 105/2025 ΜΠΡ Αθηνών (NOMOS), 763/2024 ΕΦ Αθηνών (NOMOS), 183/2023 ΜΠΡ Ρόδου (NOMOS).

  1. ΑΛΛΑΓΗ ΕΠΩΝΥΜΟΥ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Στο άρθρο μόνο του ν.δ. 2573/1953 (Α` 241), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 9 του ν. 2307/1995 (Α` 113), ορίζεται ότι «1. Η πρόσληψη και η αλλαγή επωνύμου… γίνεται με απόφαση του Νομάρχη. 2. Προκειμένου περί: α) Ελλήνων του εξωτερικού, β) ομογενών αλλοδαπών που αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια και γ) παλλινοστούντων ομογενών που έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ο Νομάρχης, προς το σκοπό εξελληνισμού του ονοματεπωνύμου τους, μπορεί να αποφασίσει κατά τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου την αλλαγή τόσο του επωνύμου όσο και του κύριου ονόματος. … 3. Με αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται λεπτομέρειες για τις προϋποθέσεις και τον τρόπο πρόσληψης και αλλαγής επωνύμου…… Στο δε σχετικό με την αλλαγή επωνύμου Κεφάλαιο Γ` της εκδοθείσης κατ` εξουσιοδότηση της ως άνω διάταξης Φ. 42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών (Β` 608), ορίζονται τα εξής: 1. Για την αλλαγή επωνύμου υποβάλλεται στο νομάρχη αίτηση του ενδιαφερομένου ή των γονέων του ή του γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα ή του επιτρόπου, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερούς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο του οποίου ζητείται η πρόσληψη. Η αίτηση αυτή απευθύνεται στο νομάρχη, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δήμος ή η κοινότητα, στο μητρώο αρρένων ή το δημοτολόγιο του οποίου είναι γραμμένος ο ενδιαφερόμενος. Η ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνοδεύεται και με τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α) Πιστοποιητικό περί εγγραφής του προσώπου που αφορά η αίτηση στο μητρώο αρρένων ή δημοτολόγιο, από το οποίο να προκύπτει ο τόπος, το έτος γέννησης και η οικογενειακή κατάσταση αυτού, β) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, γ) Βεβαίωση του οικείου Εισαγγελέα, από την οποία να προκύπτει ότι ο ζητών τη μεταβολή δεν διώκεται για κάποια αξιόποινη πράξη, δ) Πιστοποιητικό, περί της στρατολογικής κατάστασης, προκειμένου για άνδρες. ε) Γραμμάτιο καταθέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο, του νόμιμου τέλους αλλαγής επωνύμου (άρθρο 18 παρ. 2 δ Ν. 12/1975). 2. Ο νομάρχης παραγγέλλει, με δαπάνη του ενδιαφερομένου, τη δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού. Η περίληψη πρέπει να περιέχει ακριβή σημείωση περί του ονόματος, επαγγέλματος, τύπου και έτους γέννησης και κατοικίας του ενδιαφερομένου, περί του επωνύμου, η απόκτηση του οποίου επιδιώκεται, ως και πρόσκληση σε κάθε αντιτιθέμενο στη ζητούμενη αλλαγή, όπως μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από της δημοσιεύσεως, υποβάλει στο Νομάρχη τις αντιρρήσεις του. 3. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών, ο νομάρχης εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται ή απορρίπτει την αίτηση. Με την ίδια απόφαση, ο νομάρχης αποφαίνεται συγχρόνως και επί των αντιρρήσεων που τυχόν έχουν υποβληθεί κατά της ζητούμενης αλλαγής. Η απόφαση του νομάρχη με την οποία αποδέχεται τη ζητηθείσα αλλα/ή επωνύμου κοινοποιείται στις αρχές που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και Αστυνομικές Αρχές του τόπου κατοικίας του ενδιαφερομένου και στον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση νέου δελτίου ταυτότητας. 4…». Τέλος, με το άρθρο 94 παρ. 6 του ν. 3852/2010 (Α` 87) η αρμοδιότητα για την έκδοση των σχετικών με την πρόσληψη και αλλαγή επωνύμου πράξεων μεταφέρθηκε στα όργανα των οικείων Δήμων [άρθρ. 75 παρ. II περ. 26 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (A` 114) Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων]. Από τις παρατεθείσες ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το επώνυμο αποτελεί μεν στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, πλην, όμως, η πρόσκτηση ή η αλλαγή του δεν απόκειται στην ιδιωτική βούληση, αλλά ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, κυρίως ως προς την ειδικότερη έκφανση της αποτελεσματικής αστυνόμευσης και δίωξης του εγκλήματος, αλλά και ως θέμα συναπτόμενο με την ασφάλεια των συναλλαγών και των εννόμων εν γένει σχέσεων, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, του ατόμου. Η ρύθμιση αυτή έχει υπαγορευθεί από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι το επώνυμο, το οποίο έχει καθοριστικό ρόλο στην ταυτοποίηση του προσώπου, ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και ειδικότερα, συνέχεται με την ασφάλεια των συναλλαγών και των εννόμων εν γένει σχέσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του ατόμου (ΣΤΕ 607/2021, ΣΤΕ 338/2021, ΣΤΕ 1232/2020, ΤΝΠ Νόμος), μεταξύ των οποίων και της υποχρέωσης υπηρέτησης στρατιωτικής θητείας των αρρένων, η δε αλλαγή του, κατά το ελληνικό δίκαιο, δηλαδή για τις περιπτώσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν.δ. 2573/1953 και ιδίως για Έλληνες υπηκόους, ανεξαρτήτως εάν έχουν και άλλη υπηκοότητα, χωρεί μόνο διά της διοικητικής οδού, μη υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και μη εμπίπτουσα, επομένως, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 782 παρ. 3 του ΚΠολΔ, που προβλέπει τη διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων, στοιχείο των οποίων είναι και το επώνυμο (σε αντίθεση με την αλλαγή του κυρίου ονόματος, για το οποίο παγίως γίνεται δεκτό, ενόψει και του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, που απονέμει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του προς όλες τις εκφάνσεις της που συνθέτουν αυτή, ότι το πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 782 παρ.3 του ΚΠολΔ, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, τη διόρθωση του κύριου ονόματος που δόθηκε σ’ αυτό, εφόσον τούτο έχει δικαιολογημένες μη επιθυμητές συνέπειες για το ίδιο -βλ. σχετικώς ΕφΑΘ 1661/2005 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘες 2493/2017, ο.π). Το αρμόδιο διοικητικό όργανο, ήδη, δηλαδή, ο Δήμαρχος (και πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 3463/2006 ο Νομάρχης) οφείλει σε κάθε περίπτωση να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτών τη μεταβολή του επωνύμου του και να αποφαίνεται ενόψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών (σοβαρούς λόγους έχει κριθεί ότι αποτελούν (ενδεικτικά) το κακόηχο του επωνύμου, η πρόκληση θυμηδίας ή περιφρόνησης, η δυσχερής προφορά του στην ελληνική γλώσσα, η σύνδεσή του με κακή φήμη συνεπεία πράξεων άλλου προσώπου που φέρει το ίδιο επώνυμο, η αντίθεσή του στις περί ηθικής αντιλήψεις της κοινωνίας), εάν ενδείκνυται ή όχι να εγκριθεί η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικά, από την άποψη αυτή, την απόφασή του (ΣτΕ 631/2017, ΣτΕ 1794/2016, ΣτΕ 3747/2015, ΣτΕ 962/2011 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση δε απόρριψης της αίτησης από το αποκλειστικά αρμόδιο να αποφανθεί διοικητικό όργανο, ο αιτών μπορεί να προσφύγει ενώπιον του ΣτΕ, δημιουργούμενης έτσι ακυρωτικής διαφοράς (ΣτΕ 4317/2011 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι διατάξεις του παραπάνω νομοθετικού διατάγματος περί αλλαγής επωνύμου διά της διοικητικής οδού υποχωρούν μόνο προ των αναγκαστικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα που ρυθμίζουν, κατά τρόπο δεσμευτικό και αποκλειστικό, την πρόσκτηση επωνύμου τέκνων, όπως αυτής του άρθρου 1506 ΑΚ που προβλέπει για το επώνυμο των εκτός γάμου τέκνων (ΜΠρΧαν 144/2008 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και αυτής του άρθρου 1505 παρ.1 ΑΚ. που προβλέπει για το επώνυμο των εντός γάμου τέκνων, οπότε σε περίπτωση που η συνταχθείσα σχετικώς ληξιαρχική πράξη έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις αυτές, χωρεί διόρθωσή της κατ’ εφαρμογή του άρθρου 782 παρ. 3 του ΚΠολΔ, με συνακόλουθη συνέπεια η για τους λόγους αυτούς διόρθωση να αποτελεί θέμα που, κατά το ελληνικό δίκαιο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και επιλύεται από το αρμόδιο Δικαστήριο με την έκδοση σχετικής απόφασης κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκφεύγον της διοικητικής διαδικασίας (και δη της αρμοδιότητας ήδη του Δημάρχου) και η τυχόν αλλοδαπή απόφαση, η οποία αφορά αλλαγή επωνύμου σε περιπτώσεις ίδιες ή ανάλογες με τις προβλεπόμενες, κατά τα ανωτέρω, από τον Αστικό Κώδικα να μπορεί να τύχει αναγνώρισης ή και εκτελεστότητας στην Ελλάδα. 6

Σχετική απόφαση: 10/2022 ΕΙΡ Πατρών (NOMOS).

________________________________________________

  1. Απόφαση 90/2022  Ειρ. Ιωαννίνων (NOMOS)
  2. Απόφαση 1016/2023 Ειρ. Αθηνών (NOMOS)
  3. Απόφαση 196/2026 ΜΠΡ Αθηνών (NOMOS)
  4. Απόφαση 2118/2025 ΜΟΝ ΕΦ Αθηνών (NOMOS)
  5. Απόφαση 763/2024 ΜΟΝΕΦ Αθηνών (NOMOS).
  6. Απόφαση 763/2024 ΜΟΝΕΦ Αθηνών (NOMOS)

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου