Δευτέρα - Παρασκευή | 10:00 - 21:00 | ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ Κ. ΣΙΝΤΟΡΗΣ ΜΑΡΙΑ Β. ΤΟΓΕΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Γρηγορίου Λαμπράκη 29, Ηγουμενίτσα

Δεδικασμένο και εκκρεμοδικία στην ποινική διαδικασία

Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ [Ν. 4620/2019], «αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου» και κατά την παρ. 3 αυτού «αν σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια πράξη ασκήθηκαν περισσότερες διώξεις, κηρύσσονται απαράδεκτες λόγω εκκρεμοδικίας εκείνες οι οποίες ασκήθηκαν μεταγενέστερα, εφόσον δεν προηγούνται διαδικαστικά». Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 37, 43, 125 και 132 ΚΠΔ συνάγεται ότι, εάν ασκηθεί νέα ποινική δίωξη σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια πράξη δημιουργείται εκκρεμοδικία για την οποία ήδη υπάρχει η ως άνω ειδική ρύθμιση στο νέο ΚΠΔ [άρθρο 57 παρ. 3]. Η παραβίασή της, δε, στοιχειοθετεί, μετά την πρόβλεψη στο άρθρο 510 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ, τον από το άρθρο αυτό, στο στοιχείο ΣΤ` προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως της «παραβίασης του δεδικασμένου και της εκκρεμοδικίας» (ΑΠ 887/2020 ΝΟΜΟΣ).

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ` του ΚΠΔ, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης, ως προς το πραγματικό σκέλος της στο σύνολό του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσής της) και ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της, που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη), όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή, αμέσως μετά την τέλεσή της ή σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 37/2017 ΝΟΜΟΣ).

Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ` όλη τη διαδρομή και καθ` όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Ταυτότητα, δηλαδή, της πράξης, υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται, όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο, που επίσης αποτέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, που έχει κριθεί. Δεν υφίσταται ταυτότητας πράξης και ως εκ τούτου δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μίας φυσικής πράξης, έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 743/2020, ΑΠ 872/2015 ΝΟΜΟΣ), όπως, επίσης όταν διαφέρει ο χρόνος τέλεσης (ΑΠ 1638/2018 ΝΟΜΟΣ), ενώ δεν έχει σημασία αν παραλλάσσει ο τρόπος συμμετοχής (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 733/1998 ΝΟΜΟΣ) και βέβαια η ταυτότητα της πράξης προκύπτει μόνο από το διατακτικό της απόφασης ή του βουλεύματος και όχι από το αιτιολογικό, που μπορεί να χρησιμεύσει μόνο για τη διασάφηση του πρώτου (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 320/2014 ΝΟΜΟΣ).

Η επίκληση της ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ.1 του ΚΠΔ, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να αποδείξει εγγράφως, δηλαδή με την προσκομιδή του αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως της βεβαίωσης του αρμοδίου γραμματέα περί του αμετακλήτου αυτής. Η παραβίαση του δεδικασμένου, μπορεί να προταθεί, όπως ειδικά προβλέφθηκε στο άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠΔ, το πρώτον και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως λόγος αναίρεσης κατ` απόφασης, κατά την παρ.1 στοιχ. ΣΤ` του ίδιου άρθρου, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ εξετάζεται, σύμφωνα με το άρθρο 511 εδ. α` ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 420/2023, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 1955/2019, ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 16/2018, ΑΠ 957/2016 ΝΟΜΟΣ).

Ελένη Μακροδημήτρη, δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου