Δάνειο (άρθ. 806 και 807 ΑΚ)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, κατά, δε, τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας (1) μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. Η επίδοση της αγωγής για απόδοση του δανείου αποτελεί καταγγελία του δανείου, η οποία (καταγγελία) δεν υπόκειται σε τύπο, από την επίδοση, δε, αυτή, ως καταγγελία, το δάνειο γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, οφείλονται, δε, και τόκοι υπερημερίας (ΑΠ 629/2012 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361, 806 – 809 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως δανείου, τα οποία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής περί αποδόσεώς του για το ορισμένο αυτής, είναι: α) μεταβίβαση της κυριότητος χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον δανειστή στον οφειλέτη, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή τους και μάλιστα την ανάλωσή τους από τον δεύτερο και β) συμφωνία των ανωτέρω περί αποδόσεως άλλων πραγμάτων της ιδίας ποιότητας και ποσότητας. Τα άνω στοιχεία και μόνο είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου.

Έτσι, για το ορισμένο της αγωγής αποδόσεως του δανείου δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτήν εάν το δάνειο είναι έντοκο ή άτοκο, ορισμένου ή αορίστου χρόνου (ΑΠ 402/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 992/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 847/2009 ΝΟΜΟΣ). Προσέτι, ο σκοπός χρησιμοποιήσεως του δανείσματος και δη με εξουσία αναλώσεώς του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία (ΑΠ 1802/2007 ΝΟΜΟΣ).

Επίσης, δεν είναι αναγκαία στοιχεία της αγωγής αυτής: 1) ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης δανείου, εφόσον δεν εξαρτάται από αυτόν το αγωγικό δικαίωμα, 2) ο χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων, αφού η επίδοση της αγωγής δείχνει πρόθεση να επιστραφεί το δάνειο και αποτελεί καταγγελία μετά παρέλευση μηνός από την οποία πρέπει να αποδοθεί αυτό, 3) ο τρόπος απόδοσης, ήτοι αν η απόδοση θα γίνει με ολοσχερή ή με τμηματικές καταβολές, αφού, δεδομένου ότι ο νόμος δεν διακρίνει, η απόδοση γίνεται εφάπαξ, 4) άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου, αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως ο χρόνος παράδοσης, το ποσό και άλλα στοιχεία τραπεζικών επιταγών που τυχόν παραδόθηκαν στον δανειστή προς εξασφάλισή του (ΕφΠειρ 60/2022 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 889/2010 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 663/2010 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2253/2014 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 430/2016 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει η αγωγή για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται μήτε η νομική βάση, τυχόν, δε, μνεία περί υπαγωγής των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σε κάποια νομική διάταξη δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Συνεπώς, ο αναγραφόμενος στην αγωγή νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, στην οποία θεμελιώνεται το υποβαλλόμενο αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί σε ορθή υπαγωγή, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από το νομικό χαρακτηρισμό (ΕφΠειρ 79/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 843/2000 ΕλλΔνη 2001.160, ΕφΘεσ 792/2008 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ωστόσο, έχει κριθεί ότι δεν απαιτείται ρητή αναφορά ότι η μεταβίβαση των χρημάτων έγινε κατά κυριότητα, εφόσον τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της αγωγής. Χαρακτηριστικές είναι οι υπ’ αριθμ. 245/2021 και 1182/2019 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), με την τελευταία να διαλαμβάνει στο σκεπτικό της τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, η αναιρεσίβλητη εξέθεσε σ’ αυτό τα ακόλουθα: “Με τον εναγόμενο σύναψα ως δανείστρια στην … το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 προφορική σύμβαση άτοκου δανείου, το οποίο αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση … οικονομικών υποχρεώσεων του … οφειλέτη … .Με σαράντα δύο (42) … σταδιακές καταβολές χρηματικών ποσών, οι οποίες ξεκίνησαν την 21-9-2005 και ολοκληρώθηκαν την 27-6-2008, κατέθεσα σε Υποκαταστήματα της … και στον υπό στοιχεία … τραπεζιτικό λογαριασμό που διατηρεί ο εναγόμενος στην Τράπεζα αυτή το συνολικό … ποσό των ευρώ … 54.800. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της δανειστικής μας σύμβασης κατέβαλα και μεταβίβασα σταδιακά στον αντίδικο … το παραπάνω χρηματικό ποσό, αποδοτέο άτοκα στο μέλλον, χωρίς να οριστεί ακριβής χρόνος για την απόδοση του δανείου …”. Συνακόλουθα τούτων, η αγωγή αυτή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να είναι ορισμένη, αφού αναφέρεται σ’ αυτήν η κατάρτιση σύμβασης άτοκου δανείου μεταξύ των διαδίκων με την παράδοση και μεταβίβαση κατά κυριότητα στον αναιρεσείοντα ορισμένων χρηματικών ποσών. Το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητά στο δικόγραφο ότι η μεταβίβαση των χρημάτων έγινε κατά κυριότητα δεν καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο αφού το γεγονός αυτό ρητά υπονοείται από τις φράσεις ότι το δάνειο αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση οικονομικών υποχρεώσεων του οφειλέτη και ότι οι σχετικές καταθέσεις έγιναν σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί αυτός στην … της Ελλάδος. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (κατ` ορθή εκτίμηση και όχι από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής λόγω αοριστίας της, και ειδικότερα για το λόγο του ότι αυτή δεν αναφέρεται ότι μεταβίβασε τμηματικά κατά κυριότητα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ενώ δεν περιείχε περαιτέρω στοιχεία των επιμέρους δανειακών συμβάσεων, όπως το χρόνο κατάρτισης αυτών, το χρόνο και τον τρόπο, κατά την ανωτέρω έννοια, απόδοσης του δανείου καθώς και το χρόνο παράδοσης, κρίνονται αβάσιμοι.».

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

Πηγή άρθρου