Χρόνος καταβολής του δικαστικού ενσήμου

Η υπ’ αρ. 1752/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου (αδημ.), κατ’ απόκλιση από παλαιότερη νομολογία του, που αφορούσε τον χρόνο καταβολής του δικαστικού ενσήμου στις εφέσεις που ασκούνταν λόγω απόρριψης της αγωγής ένεκα μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, απεφάνθη ότι το δικαστικό ένσημο δεν απαιτείται να καταβάλλεται και να κατατίθεται στο Δικαστήριο κατά την άσκηση της έφεσης, αλλά αρκεί να καταβάλλεται με τις προτάσεις. Συγκεκριμένα απεφάνθη:

«Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 περί δικαστικών ενσήμων”, όπως αυτός μεταγενεστέρως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς, με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το νδ. 4189/1961 και υπό την ισχύ του άρθρου 33 του ν. 4446/2016, εάν ο εναγών παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (και όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 951/2022, ΑΠ 1470/2019). Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της ειρημένης παράλειψης, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους. Τότε η βασιμότητα της παραδεκτής έφεσης επιφέρει την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο ενάγων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 951/2022, ΑΠ 1461/2021, ΑΠ 1095/2006). Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 495 και αυτές του άρθρου 532 ΚΠολΔ του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, «αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως», προκύπτει ότι κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού είναι κατ’ αρχήν ο χρόνος άσκησης της έφεσης. Όμως, η ανωτέρω, εκ των υστέρων, καταβολή του δικαστικού ενσήμου, με σχετικό λόγο έφεσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ.1 εδ. γ’ όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο και ήδη από 1-1-2022, άρθρ. 237 παρ. 1 εδ. ε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν και η διάταξη αυτή δεν απαριθμείται στο άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως εφαρμοστέα στην δευτεροβάθμια δίκη, ούτε μετά τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 4912/2022, καθόσον δεν είναι αποκλειστική η εν λόγω απαρίθμηση, εναρμονίζεται δε πλήρως με την ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου διαδικασία, στην περίπτωση κατά την οποία λειτουργεί ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την καταβολή του οποίου (ΤΔΕ), κατά την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, δεν προβλέπεται προθεσμία στις διατάξεις του άρθρου 495 -500 ΚΠολΔ, ενώ πληρείται και η ratio της υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου, που είναι η είσπραξη αυτού, ως φορολογίας του αντικειμένου της δίκης (πρβ. ΑΠ 1627/2017). Έτσι η καταβολή του δικαστικού ενσήμου μετά την άσκηση της έφεσης και πριν από τη συζήτηση δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της έφεσης (αντίθετα ΑΠ 1461/2021, κατά την οποία απαιτείται η καταβολή του δικαστικού ενσήμου με την κατάθεση του δικογράφου της έφεσης)».

Ευγενία Α. Φωτοπούλου, δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου