Χωρισμός αρχικού δικογράφου με κατάθεση αυτοτελούς

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας: «1. Κοινό ένδικο βοήθημα μπορεί να ασκηθεί από τον ίδιο διάδικο για συναφείς πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες, εφόσον το δικαστήριο είναι ως προς όλες κατά τόπο αρμόδιο. 2. Συναφείς είναι οι πράξεις και οι παραλείψεις: α) όταν στηρίζονται στην ίδια νομική και στην ίδια κατά τα ουσιώδη στοιχεία πραγματική βάση ή β) όταν η νομιμότητα της μιας ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της άλλης. 5. Αν δεν συντρέχουν, ως προς όλες τις πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες, οι προϋποθέσεις των παρ. 1-3 κατά περίπτωση, εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 121. 6. Για το χωρισμό του κοινού δικογράφου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 115 (…)». Με το άρθρο δε, 121 παρ. 2 του ΚΔΔ ορίζεται ότι: «2. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ομοδικίας, το ένδικο βοήθημα κρατείται ως προς τον πρώτο και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός του ως προς τους υπόλοιπους. 3. Με την απόφαση που διατάσσει το χωρισμό προσδιορίζονται, κατά προτίμηση, σε συγκεκριμένη δικάσιμο, για να δικαστούν οι χωριζόμενες υποθέσεις (όπως η δεύτερη και τρίτη παράγραφος αντικαταστάθηκαν ως άνω με την παρ.4 άρθρ. 22 ν. 3226/2004, Α΄ 24)».

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι δύνανται να σωρευθούν παραδεκτώς στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αξιώσεις κατά του ίδιου προσώπου, εάν αυτές είναι συναφείς, εάν, δηλαδή, απορρέουν από την ίδια νομική και πραγματική αιτία (ΣτΕ  839/2012, 3318/2005 κ.α.). Εξάλλου, σε περίπτωση άσκησης αγωγής με αίτημα την ικανοποίηση αξιώσεων του ενάγοντος που απορρέουν από περισσότερους ασφαλιστικούς οργανισμούς και διαφορετικές διοικητικές συμβάσεις, εφόσον κριθεί ότι δεν συντρέχουν οι όροι της συνάφειας κατ’ άρθρο 122 του Κ.Δ.Δ., το Δικαστήριο κρατεί και εκδικάζει την αγωγή ως προς τις αξιώσεις που απορρέουν από το προτασσόμενο ασφαλιστικό οργανισμό και την αντίστοιχη διοικητική σύμβαση ή τις συναφείς διοικητικές συμβάσεις, αναβάλλει δε, σε ρητή δικάσιμο την εκδίκαση της υπόθεσης ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αξιώσεις και διατάσσει το χωρισμό του αρχικού (ενιαίου) δικογράφου ως προς αυτές με κατάθεση αυτοτελούς και ιδιαίτερου δικογράφου ή δικογράφων (αν πρόκειται για αξιώσεις που κρίνονται ότι δεν είναι συναφείς ούτε και μεταξύ τους) μέσα σε ορισμένη προθεσμία από την κοινοποίηση της απόφασης. Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία δεν κατατεθεί νομοτύπως αυτοτελές και ιδιαίτερο δικόγραφο (ή δικόγραφα, αναλόγως), κατά χωρισμό του αρχικού, για τις αξιώσεις που κρίθηκαν ως μη συναφείς με την προτασσόμενη στο αρχικό δικόγραφο, κατά τη νέα δικάσιμο η αγωγή, ως προς τις αξιώσεις αυτές, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΣτΕ 216, 2647/2009)[1].

Επιπροσθέτως, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στις φορολογικές υποθέσεις, προκειμένου να ασκηθεί προσφυγή κατά περισσοτέρων πράξεων της φορολογικής αρχής, πρέπει να υφίσταται συνάφεια μεταξύ των πράξεων αυτών, δηλαδή πρέπει οι εν λόγω πράξεις να στηρίζονται στην ίδια νομική και στην ίδια κατά τα ουσιώδη στοιχεία πραγματική βάση ή η νομιμότητα της μιας να ασκεί επιρροή επί της νομιμότητας της άλλης. Ταυτότητα δε, νομικής βάσης δεν συντρέχει στην περίπτωση που με διαφορετικές πράξεις καταλογίζονται διαφορετικοί φόροι ή πρόστιμα στον ίδιο υπόχρεο, κατ’ εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων, ούτε άλλωστε, στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω πράξεις στηρίζονται στην ίδια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, πραγματική βάση. Περαιτέρω, σε περίπτωση απόρριψης ενδικοφανούς προσφυγής που έχει ασκηθεί κατά περισσότερων καταλογιστικών πράξεων της φορολογικής αρχής, εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχουν οι κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεις της συνάφειας μεταξύ των πράξεων αυτών, το δικαστήριο κρατεί και δικάζει την προσβληθείσα με την προσφυγή απορριπτική απόφαση ως προς την πρώτη από τις προσβαλλόμενες με την ενδικοφανή προσφυγή πράξη, καθώς και τις τυχόν συναφείς με αυτήν. Αναβάλλει δε, σε ρητή δικάσιμο την εκδίκαση των υπόλοιπων κεφαλαίων της απορριπτικής αποφάσεως που αφορούν τις επόμενες, μη συναφείς, πράξεις, διατάσσοντας τον χωρισμό του αρχικού δικογράφου ως προς τα κεφάλαια αυτά, με κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου, το οποίο αφορά κάθε μία μη συναφή καταλογιστική πράξη εντός ορισμένης προθεσμίας από την κοινοποίηση της σχετικής αποφάσεως. Σε περίπτωση που εντός της εν λόγω προθεσμίας δεν κατατεθεί νομοτύπως -με καταβολή και του αντίστοιχου παραβόλου- αυτοτελής προσφυγή, κατά χωρισμό της αρχικής, για τα ως άνω κεφάλαια της απορριπτικής αποφάσεως που αναφέρονται στις πράξεις που δεν είναι συναφείς με την προτασσόμενη στο αρχικό δικόγραφο, τότε, ως προς τα κεφάλαια αυτά, η ασκηθείσα προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (πρβλ. Ολομ. ΣτΕ 4/2004, 1105/2009, 216/2009)[2].

Μετά δε, το χωρισμό του δικογράφου, η υπόθεση κατά το μέρος που χωρίσθηκε, συνεπώς και οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση στην οποία βρίσκονταν πριν από τη συζήτηση, που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης που διέταξε τον χωρισμό[3].

Το περιεχόμενο του αυτοτελούς δικογράφου κατά τον χωρισμό, πρέπει να είναι το ίδιο με το περιεχόμενο του αρχικώς κατατεθέντος και χωρισθέντος δικογράφου, δηλαδή οι προβαλλόμενοι με το νέο δικόγραφο λόγοι πρέπει να είναι οι ίδιοι με αυτούς που προβάλλονται με το αρχικό δικόγραφο. Συνακόλουθα, δεν είναι επιτρεπτή η προβολή νέων λόγων προσφυγής με το αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται μετά τον διαταχθέντα χωρισμό. Σε αντίθετη περίπτωση, το εν λόγω δικόγραφο είναι απαράδεκτο κατά το μέρος που με αυτό προβάλλονται νέοι λόγοι ακυρώσεως των ήδη προσβαλλόμενων πράξεων, μη περιλαμβανόμενοι στο (αρχικό) κύριο δικόγραφο (πρβλ. ΣΤΕ 286/2011 , ΟλΣτΕ 148/2014). Επιπλέον, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 131 παρ. 1 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 121 παρ. 2 του ΚΔΔ, μετά το χωρισμό της αρχικής προσφυγής δεν προβάλλονται παραδεκτώς πρόσθετοι λόγοι, ενόψει του ότι τέτοιοι λόγοι δεν δύνανται να κατατίθενται μετά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, ως τέτοιας νοουμένης της συζητήσεως της αρχικής προσφυγής στο ακροατήριο και εφόσον οι λόγοι αυτοί μπορούσαν να προβληθούν κατά την πρώτη συζήτηση (πρβλ. ΣτΕ 286/2011 , ΣτΕ Ολ. 148/2014)[4].

Ωστόσο, πρόσθετοι λόγοι που είχαν ήδη ασκηθεί πριν από την πρώτη συζήτηση και το χωρισμό του δικογράφου, νομίμως, επανακατατίθενται με το αυτοτελές δικόγραφο της προσφυγής που κατατίθεται μετά το χωρισμό, αρκεί να έχει τηρηθεί ο ουσιώδης τύπος της κοινοποίησης αυτών (ήτοι των προσθέτων λόγων) δέκα πέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη νέα δικάσιμο, ώστε να διασφαλισθεί το δικαίωμα άμυνας του αντιδίκου[5].

Έχει δε, κριθεί ότι η προσφυγή της αναιρεσειούσης, ασκηθείσα κατά χωρισμό του αρχικού δικογράφου, δεν καθίσταται αόριστη, εκ του ότι δεν προσκομίσθηκε ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου, από την αναιρεσείουσα, το αρχικό δικόγραφο της προσφυγής, από το οποίο εχώρησε ο χωρισμός, ώστε να διαπιστωθεί ότι το κατά χωρισμό δικόγραφο αποτελεί πιστή μεταφορά του σχετικού μέρους του αρχικού δικογράφου[6].

 

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

 

 

[1] Βλ. την υπ’ αριθμόν 859/2022 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

 

[2] Βλ. την υπ’ αριθμόν 2080/2022 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] Βλ. την υπ’ αριθμόν 4274/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[4] Βλ. την υπ’ αριθμόν 208/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[5] Βλ. την υπ’ αριθμόν 4274/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

 

[6] Βλ. την υπ’ αριθμόν 2519/2002 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

Πηγή άρθρου