Μπορεί να θεωρηθεί άκυρη η πραγματογνωμοσύνη

Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 369, 383, 385, 387, 391 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, εάν κατά την κρίση του υπάρχουν ζητήματα, τα οποία για να τα αντιληφθεί κανείς απαιτούνται ειδικές, επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις (ΚΠολΔ 368 § 1), έχει δε την υποχρέωση να διορίσει πραγματογνώμονες, εάν το ζητήσει κάποιος από τους διαδίκους και κατά την κρίση του δικαστηρίου υπάρχουν ζητήματα, τα οποία για να γίνουν αντιληπτά απαιτούνται ιδιάζουσες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις (ΚΠολΔ 368 § 2).

Οι πραγματογνώμονες, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων που τους αναθέτει το δικαστήριο, ορκίζονται, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 385 και 408 ΚΠολΔ, ότι θα εκτελέσουν ευσυνειδήτως τα καθήκοντά τους. Κατά την όρκιση, η οποία αποτελεί αναγκαίο στοιχείο εγκυρότητας της διεξαχθησομένης πραγματογνωμοσύνης [1], συντάσσεται σχετική έκθεση, δεν είναι δε απαραίτητο στοιχείο του κύρους της όρκισης η κλήτευση των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους, οι οποίοι δεν είναι απαραίτητο να κληθούν ούτε κατά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης [2]. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η όρκιση του πραγματογνώμονα από το δικαστήριο, ως διαδικαστική πράξη, τελείται επιμελεία των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται για την εγκυρότητα της διαδικαστικής ενέργειας να κληθούν αυτοί ή οι πληρεξούσιοί τους, καθώς ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Η παραμέληση δε της προθεσμίας που ορίζει το δικαστήριο για την όρκιση δεν επιφέρει ακυρότητα, αφού δεν ορίζεται από το νόμο, παρά μόνον με τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής βλάβης [3].

Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις λοιπές περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι άκυρη, αλλά αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν έχει ατέλειες, σφάλματα, ανακρίβειες ή εσφαλμένες κρίσεις, εναπόκειται δε στο δικαστήριο να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα [4]. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίνει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο, με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ότι οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που τους είναι χρήσιμα, δεν συνάγεται ότι, σε περίπτωση που, είτε δεν ακολούθησαν τις οδηγίες, είτε δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα συνέταξαν την έκθεσή τους, δημιουργείται ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, αφού το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, ανεξάρτητα από την πληρότητα ή μη του περιεχομένου της και τις τυχόν πλημμέλειες που εμφανίζει [5]. Επιπλέον, δεν απαιτείται κλήτευση των διαδίκων ή των τεχνικών συμβούλων τους, κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ώστε η παράλειψη αυτή να επιφέρει ακυρότητα αυτής, αφού δεν πρόκειται για διενέργεια διαδικαστικών πράξεων, κατά την έννοια των άρθρων 382 παρ. 1 και 392 παρ. 2 ΚΠολΔ [6] [7].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] ίδετε ΑΠ 1326/2003 δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] ίδετε ΑΠ 1241/2013 δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] ίδετε Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 385, τομ. Β, σελ. 744 αρ. 9.

[4] ίδετε ΑΠ 418/2010, ΝοΒ 2010, 2050, ΑΠ 39/2005, Δ/νη 2005, 822, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 2012, τόμος Ι, άρθρο 387, αρ. 4, σελ. 716.

[5] ίδετε ΟλΑΠ 12/1990, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 715/2006, ΝοΒ 2008, 88, ΑΠ 1310/2005, ΕλλΔνη 2007, 1099, ΕφΛαρ 606/2002, Δικογραφία 2002, 486, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 2012, τόμος Ι, άρθρο 387, αρ. 5, σελ. 717.

[6] ίδετε ΑΠ 288/2009, ΝοΒ 2009, 1421, ΑΠ 715/2006, ΤΝΠ ΔΣΑ, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 2012, τόμος Ι, άρθρο 382, αρ. 2, σελ. 711.

[7] ίδετε Εφ.Αιγ. 12/2021

Πηγή άρθρου