Αξίωση διατροφής ενήλικου τέκνου

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 Α.Κ., που ρυθμίζουν την υποχρέωση διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων και ειδικότερα από τη διάταξη του άρθρου 1486 Α.Κ. συνάγεται, ότι δικαίωμα διατροφής έχει -εκτός από το ανήλικο- και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του και προς τούτο λαμβάνεται υπόψη η ικανότητά του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ορισμένου επιπέδου σπουδών [1]. Είναι σαφές, άλλωστε, ότι ο νόμος δεν εξαρτά το δικαίωμα διατροφής του τέκνου από κάποιο όριο ηλικίας και δη αυτό της ενηλικίωσής του, με συνέπεια και το ενήλικο τέκνο να μπορεί να αξιώσει την παροχή διατροφής από τους γονείς του [2].

Η διατροφή του ενηλίκου περιλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 1493 Α.Κ., όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε βαθμίδας, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής [3]. Η ιδιότητα του τέκνου ως σπουδαστή συνεπάγεται συνήθως ότι αυτό δεν είναι σε θέση να ασκήσει παραλλήλως οιονδήποτε επάγγελμα ή εργασία χωρίς βλάβη της υγείας του και της επιτυχούς αντιμετώπισης των σπουδών του [4]. Ως εκπαίδευση νοείται όχι μόνο η κατώτερη, αλλά και η μέση γενικά εκπαίδευση, καθώς και η ανώτερη ή ανώτατη [5], ιδίως δε επί ενήλικου τέκνου, αυτή που αποσκοπεί στην απόκτηση ειδίκευσης σε επιστημονικό ή επαγγελματικό κλάδο και διαρκεί για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο κρίνεται και με βάση τη δυσκολία του επιστημονικού ή επαγγελματικού κλάδου που ακολουθεί ο δικαιούχος [6].

Διατροφική αξίωση του ενηλίκου τέκνου πρέπει να αναγνωριστεί και μετά το πέρας των σπουδών του, εφόσον καθίσταται αδύνατη η εξεύρεση κατάλληλης εργασίας, για αυτό και συνεχίζεται η περαιτέρω επιμόρφωσή του (π.χ. μεταπτυχιακές σπουδές στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, απόκτηση διδακτορικού διπλώματος, απόκτηση δεύτερου πτυχίου), αν αυτή δικαιολογείται από τις προηγούμενες επιδόσεις του και τις κρατούσες συνθήκες και αντιλήψεις γενικότερα στον κλάδο της επιστήμης που ακολουθεί [7].

Προϋπόθεση για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλης εργασίας που να επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών του. Η διαφοροποίηση των προϋποθέσεων διατροφής του ανηλίκου προς το ενήλικο τέκνο συνίσταται στην υποχρέωση του ενηλίκου τέκνου να αναλώσει και την περιουσία του πριν στραφεί κατά των γονέων του [8]. Ειδικά δε, ως προς την περιουσία, η ύπαρξη έστω και απρόσοδης αποκλείει την αξίωση διατροφής, εκτός αν η περιουσία αυτή δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί παρά μόνο με ανάξιο λόγου ή ευτελές αντάλλαγμα [9]. Δηλαδή ο εμφανιζόμενος ως δικαιούχος καλείται να ξοδέψει προηγουμένως και το κεφάλαιο της περιουσίας του, όχι βέβαια κατά τρόπο τελείως αντιοικονομικό, προκειμένου να πετύχει τη διατροφή του από τρίτο. Γενικά πρέπει πρώτα να καταναλώσει την περιουσία του και μετά να ζητήσει διατροφή [10]. Η ευπορία του υπόχρεου δεν αποτελεί προϋπόθεση της υποχρέωσης διατροφής. Συνεπώς, δεν λαμβάνεται υπόψη αν ο υπόχρεος είναι εύπορος ή άπορος, αφού και η απορία, συντρεχόντων των κρινόμενων όρων, γεννά υποχρέωση διατροφής.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για την εν γένει συντήρηση του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Το ζήτημα επίσης του αν το ενήλικο τέκνο πρέπει να εργαστεί ή αντίθετα να σπουδάσει κρίνεται σε πρώτη φάση από τα πρόσωπα που ασκούν την επιμέλειά του, ενώ έχει κριθεί νομολογιακά ότι η προοπτική εκπαίδευσης του τέκνου προέχει προκειμένου αυτό να αποκτήσει τα αναγκαία τυπικά προσόντα που απαιτούνται για την διεκδίκηση μίας θέσης στην αγορά εργασίας, έστω και ανάλογης με την οικονομική και κοινωνική θέση των γονέων του, ώστε να μην είναι εν τέλει υποχρεωμένο να εργαστεί, στο μέτρο που η εργασία θα αποτελέσει πρόσκομμα στη συνέχιση των σπουδών του. Επομένως, υποχρέωση για εργασία δεν υπάρχει, εφόσον το ενήλικο τέκνο έχει την πρόθεση να σπουδάσει [11].

Για την κάλυψη των δαπανών διατροφής του σπουδάζοντος ενηλίκου επιβαρύνονται και οι δύο γονείς του, καθένας από τους οποίους είναι υποχρεωμένος να καλύψει ένα ποσοστό από τις ανάγκες του τέκνου του, ανάλογο με τις οικονομικές δυνατότητές του, που πηγάζουν από τα εισοδήματα ή τους πόρους του ή την περιουσία του [12]. Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής, αξιολογούνται καταρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις. Είναι χαρακτηριστικό, όπως έχει κριθεί νομολογιακά, ότι η διατροφή περιλαμβάνει ακόμη και την δαπάνη εκμάθησης ξένης γλώσσας με σκοπό την εγγραφή και παρακολούθηση μαθημάτων σε αλλοδαπό πανεπιστήμιο από το τέκνο, το οποίο έλαβε μέρος σε πανελλαδικές εξετάσεις για την εισαγωγή σε ανώτατη πανεπιστημιακή σχολή στην Ελλάδα και απέτυχε, εκτός εάν η αποτυχία αυτή οφείλεται σε έλλειψη εργατικότητας και επιμέλειας του τέκνου ή σε πρόδηλη πνευματική ανικανότητά του [13].  Οι δυνάμεις του κάθε γονέα λειτουργούν αφενός ως κριτήριο προσδιοριστικό του ύψους της συνεισφοράς που οφείλει και αφετέρου ως μέσο εκπλήρωσης της οφειλομένης συνεισφοράς. Η υποχρέωση και το ύψος της συνεισφοράς του κάθε γονέα καθορίζεται κατά τον λόγο των δικών του δυνάμεων προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο [14]. Για την αποτίμηση των δυνάμεων των γονέων λαμβάνονται υπ’ όψη εκτός των εισοδημάτων και της περιουσίας εκάστου γονέα και οι δυνατότητες για προσωπική εργασία αυτών. Υπό την έννοια αυτή, ως δυνάμεις λογίζονται οι εν γένει οικονομικές δυνατότητες, τις οποίες, κατά τις αρχές της καλής πίστης (άρθρο 288 Α.Κ.), διαθέτει ή είναι σε θέση να αναπτύξει ή να ποριστεί ο κάθε γονέας, με την κατάλληλη αξιοποίηση όχι μόνο του κεφαλαίου της περιουσίας του, αλλά και της εκάστοτε δυνατότητάς του για εργασία, που είναι πρόσφορη για την εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης διατροφής [15]. Εξάλλου, η υποχρέωση διατροφής είναι κατά κανόνα χρηματική υποχρέωση, χωρίς όμως να αποκλείεται η εκπλήρωσή της και σε είδος. Παροχές σε είδος που συνυπολογίζονται στην υποχρέωση του γονέα για διατροφή του τέκνου, είναι, μεταξύ άλλων, η συνεισφορά της οικοκυράς, η παροχή οικίας, καθώς και η παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την ανατροφή, περιποίηση, φροντίδα και επιμέλεια του τέκνο [16]. Εκείνος από τους γονείς με τον οποίο διαμένει το ενήλικο τέκνο μπορεί να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για τη περιποίηση και φροντίδα του, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με τη συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογιστεί στην υποχρέωση του για τη διατροφή του τέκνου.

Αν το ενήλικο τέκνο που δικαιούται διατροφή στραφεί μόνον κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά των δύο γονέων του, δικαιούται ο εναγόμενος γονέας να επικαλεστεί, κατ` ένσταση, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ενηλίκου, οπότε με την απόδειξη της ένστασης αυτής περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη με βάση αυτήν υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα. Αν όμως το ενήλικο τέκνο ζητά όχι ολόκληρο το ποσό της απαιτούμενης διατροφής, αλλά μόνον το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωση συμμετοχής του εναγόμενου γονέα στη διατροφή αυτή, τότε η ένσταση συνεισφοράς προβάλλεται εκ περισσού και ερευνάται σε κάθε περίπτωση αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο [17].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

[1]ΑΠ 1486/2018, ΑΠ 1681/2005, ΑΠ 1060/1993, ΜΕφΠειρ 354/2021, ΜΕφΠατρ 527/2021, ΜΕφΑθ 728/2018, Νόμος

[2] ΜΕφΠειρ 23/2017, Νόμος

[3] ΑΠ 1486/2018, Νόμος

[4] ΜΕφΠατρ 527/2021, Νόμος

[5] ΜΕφΠειρ 379/2021, Νόμος

[6] ΜΕφΘεσ/νίκης 2725/2018, Νόμος

[7] ΜΕφΠειρ 379/2021, Νόμος

[8] ΜΕφΠειρ 145/2020, Νόμος

[9] βλ. σχετ. Απ. Γεωργιάδη – Μιχ. Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ, τομ. VII, άρθρο 1486, σελ. 992, αρ. 100

[10] ΜΕφΠειρ 652/2020, Νόμος

[11] ΜΕφΠειρ 447/2020, Νόμος

[12] ΑΠ 117/2008, ΜΕφΠειρ 181/2016, ΜΕφΛαρ 228/2015, Νόμος

[13] ΜΕφΠειρ 23/2017, Νόμος

[14] ΕφΠατρ 195/2020, ΕφΔωδ 154/2005, Νόμος

[15] ΜΕφΠειρ 180/2021, Νόμος

[16] ΜΕφΠειρ 201/2020, Νόμος

[17] ΜΕφΠατρ 527/2021, Νόμος

Απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 14209/2022 αποφάσεως του Μον. Πρ. Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία).

Πηγή άρθρου