Αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού για αιτία που δεν επακ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Από την εν λόγω διάταξη, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις της αξιώσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία η με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας[1]. Ως εκ τούτου, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι, εκτός άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1151/2017, ΑΠ 449/2014)[2].

Περίπτωση έλλειψη νόμιμης αιτίας είναι και η αιτία που δεν επακολούθησε. Επί το ειδικότερον, στη μη επακολουθήσασσα αιτία ο δότης καταβάλλει, χωρίς να οφείλει, ορισμένη παροχή με την προοπτική της κατάρτισης μιας δικαιοπραξίας (βλ. και ΕφΑθ 5843/2000 ΔΕΕ 2001, 173). Η δικαιοπραξία, όμως ματαιώνεται, η αιτία δεν επακολουθεί και η παροχή που καταβλήθηκε καθίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός για «μη επακολουθήσασα αιτία». Έως την κατάρτιση ή οριστική ματαίωση της δικαιοπραξίας, η παροχή που καταβλήθηκε δεν είναι αχρεώστητη. Νόμιμη αιτία αποτελεί η ανώνυμη σύμβαση (ΑΚ 361), βάσει της οποίας τα μέρη συμφωνούν, ρητά ή σιωπηρά, την προσωρινή διατήρηση της παροχής από τον λήπτη ενόψει της μελλοντικής κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Μετά την οριστική ματαίωση της δικαιοπραξίας όμως η ανώνυμη σύμβαση ανατρέπεται και γεννιέται υποχρέωση του λήπτη σε απόδοση της παροχής. Παράδειγμα μη επακολουθήσασας αιτίας είναι η προκαταβολή του τιμήματος για σύμβαση που ματαιώνεται (ΑΠ 1385/2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 828/2003 ΝΟΜΟΣ)[3].

Επιπροσθέτως, για το ορισμένο της αγωγής πλουτισμού, ο ενάγων κατά το γενικώς ισχύοντα (βλ. ΚΠολΔ 216 παρ. 1 περίπτ. α’), φέρει το βάρος να επικαλεσθεί τις προϋποθέσεις του ευνοϊκού γι’ αυτόν κανόνα δικαίου, δηλαδή εν προκειμένω (ΑΚ 904, 908) α) τον πλουτισμό του εναγομένου, β) την κτήση του πλουτισμού από την περιουσία η ζημία του ενάγοντος, και επομένως, εφόσον υιοθετηθεί η συναφής νομολογία του Αρείου Πάγου την αμεσότητα κτήσης του πλουτισμού του εναγομένου λήπτη από την περιουσία του ενάγοντος δότη και γ) την κτήση το επίδικου πλουτισμού χωρίς νόμιμη αιτία[4].

Άρα, στοιχεία της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα οποία πρέπει να παρατίθενται στο δικόγραφο αυτής για να είναι ορισμένη, είναι ο πλουτισμός του εναγόμενου, η επέλευση σε βάρος του ενάγοντος του πλουτισμού, η αιτιώδη συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και της ζημίας του άλλου και η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Για αιτία που δεν επακολούθησε απαιτείται η αναφορά στην αγωγή των εξής στοιχείων: α) παροχή για ορισμένη μελλοντική αιτία συμφωνηθείσα μεταξύ των μερών, β) μη επακολούθηση της αιτίας για την οποία έγινε η παροχή. Δεν είναι στοιχείο της αγωγής και ότι ο πλουτισμός σώζεται στα χέρια του εναγομένου κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής[5].

Σε περίπτωση αναζήτησης της προκαταβολής μετά τη ματαίωση σύναψης της οριστικής σύμβασης, αναφέρεται η παροχή για ορισμένο μελλοντικό σκοπό ως προς τον οποίο υπήρξε συμφωνία των μερών καθώς και η ματαίωση του σκοπού (ΑΠ 1358/1991 ΕλλΔνη 1992, 1195, ΕφΑθ 8833/2005 ΕλλΔνη 2006, 935, ΕφΙωαν 405/2005 Αρμ 2006, 1897)[6].

Αναφορικά με την επικουρικότητα της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, η κατά το αστικό δίκαιο επικουρικότητα της εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αξίωσης δεν κωλύει, κατ` άρθρο 219 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, την επικουρική έγερση αγωγής περί αυτής, αφού το Δικαστήριο θα αποφανθεί περί αυτής, ήτοι περί της επικουρικής αγωγής, όταν θα έχει απορρίψει την κυρίως ασκηθείσα. Δηλαδή, δια της κατ` άρθρο 219 παρ. 1 και 2 δικονομικής επικουρικότητας, ο ενάγων εξαρτά την εξέταση της αγωγής ή άλλης διαδικαστικής πράξης ή μίας επικουρικής βάσης της αγωγής του από ορισμένη διαδικαστική εξέλιξη και στην περίπτωση της επικουρικής βάσης της αγωγής από την απόρριψη της κύριας βάσης. Επομένως, ανεξαρτήτως του επικουρικού χαρακτήρα, από άποψης ουσιαστικού δικαίου η αξίωση εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού δύναται από άποψης δικονομικού δικαίου, να ασκηθεί επικουρικώς για την περίπτωση της απόρριψης της κυρίας βάσης αγωγής (ΕφΑιγ 1/2019, ΕφΛαρ 323/2001, ΤΝΠ Νόμος, Γεωργιάδη Σταθόπουλο Αστικός Κώδιξ, υπ` άρθρ. 904 παρ. 27)[7]. Δεν είναι επιτρεπτή η απόρριψη της επικουρικής αγωγής όταν κρίνεται νομικά βάσιμη η κύρια αγωγή, διότι τέτοια ευχέρεια δεν παρέχεται στο δικαστήριο από την παρ. 1 του άρθρου 219 ΚΠολΔ, το οποίο σαφώς εξαρτά την απόφαση για την επικουρική αγωγή από την απορριπτική απόφαση της κύριας αγωγής, θα πρέπει συνεπώς, για την αποτροπή πολύπλοκης δικονομικής τροχοπέδης σε βάρος του δικαίου, μετά την κρίση του δικαστηρίου για την νομιμότητα της κύριας αγωγής να επιφυλάσσεται αυτό για την επικουρική αγωγή στη συνέχεια ή για την εξυπηρέτηση της αρχής της οικονομίας της δίκης και δαπάνης να διατάσσει αποδείξεις όπου τυχόν διατάσσονται αυτές, και για την επικουρική. Αντίθετα, η πρόωρη απόρριψη της επικουρικής αγωγής μπορεί να αφήσει απροστάτευτο τον ενάγοντα στην περίπτωση απόρριψης της κύριας αγωγής του, γιατί δε θα υπάρχει δυνατότητα εξέτασης της επικουρικής που είχε απορριφθεί πρόωρα στην πρώτη συζήτηση[8].

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος

Email: [email protected]

[1]Βλ. 44/2022 ΕΙΡ ΚΟΡΙΝΘ – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2]Βλ. 61/2022 ΑΠ – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3]Βλ. σε Απόστολο Σ. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, Τόμος Ι, έκδοση 2η, σελ. 2112-2113.

[4]Βλ. σε Απόστολο Σ. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, Τόμος Ι, έκδοση 2η, σελ. 2122

[5]Βλ. σε Βασίλη Αντ. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία – Νομολογία Αστικού Κώδικα κατ’ άρθρο, Τόμος Γ΄, Ημιτόμος Γ’, Ειδικό Ενοχικό, έκδοση 2006, σελ. 794, 813

[6]Βλ. σε Απόστολο Σ. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, Τόμος Ι, έκδοση 2η, σελ. 2123

[7]Βλ. 283/2022 ΜΠΡ ΠΑΤΡ – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[8]Βλ. σε Βασίλη Αντ. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία – Νομολογία Αστικού Κώδικα κατ’ άρθρο, Τόμος Γ΄, Ημιτόμος Γ’, Ειδικό Ενοχικό, έκδοση 2006, σελ. 784-785

Πηγή άρθρου