Ασφαλιστικά μέτρα νομής – Αόριστη η αίτηση

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράματος είναι νομέας αυτού αν ασκεί την εξουσία διάνοια κυρίου.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus donandi). Απαιτείται, δηλαδή, η άσκηση στο πράγμα εμφανών υλικών διακατοχικών πράξεων, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου, δηλαδή με την πρόθεση του έχοντος αυτή προσώπου για διαρκή, αποκλειστική και απεριόριστη εξουσίαση του πράγματος όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής (ΑΠ 1420/2003 ΑρχΝ 2004, 192, ΑΠ 1025/2002 ΕλΔνη 43, 1680, ΑΠ 1152/1999 ΕλΔνη 41, 452).

Από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης με αυτές των άρθρων 984 παρ. 1 και 987 ΑΚ, συνάγεται ότι όποιος απέκτησε τη νομή προστατεύεται και για την αποβολή του από τη νομή, εφόσον αυτή γίνεται παράνομα και χωρίς τη θέληση του και ότι ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα έχει το δικαίωμα να αξιώσει την απόδοση της από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντι του, επικαλούμενος τις μερικότερες διακατοχικές πράξεις από τις οποίες συνάγεται η άσκηση φυσικής εξουσίας επάνω στο πράγμα και η πραγμάτωση της θέλησης του να εξουσιάζει το πράμα με διάνοια κυρίου και εφόσον αυτές αμφισβητούνται πρέπει να τις αποδείξει (ΑΠ 372/1996 ΕλΔνη 38, 51, ΑΠ 43/1980 ΝοΒ 28, 1153, ΕφΔωδ 323/2003 αδημ., ΕφΔωδ 165/2003 αδημ., Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπράγματου Δικαίου, 1989, παρ. 34 σελ. 119, Απ. Γεωργιάδης, Εμπράγματο Δίκαιο, τόμος Ι σελ. 224, ο ίδιος στον ΑΚ Γεωργιάδη -Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρο 987 – 988 αριθμ. παρ. 39).

Ακολουθώντας τις ανωτέρω σκέψεις, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την υπ’ αριθμ. 245/2006 απόφασή του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δικάζοντας κατ’ έφεση, έκανε δεκτά τα ακόλουθα: «Εν προκειμένω η αιτούσα, ήδη εφεσίβλητη, στην από 14/7/2004 αίτηση της ισχυρίστηκε ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα, νομή και κατοχή του περιγραφόμενου στην αίτηση ακινήτου, που βρίσκεται στη Σύμη, ότι η καθ` ης, ήδη εκκαλούσα, έχει την κυριότητα του προς δυσμάς ευρισκομένου ακινήτου, στο οποίο πραγματοποιεί εργασίες ανοικοδόμησης και ότι το χειμώνα του έτους 2004, προέβη στις εκτιθέμενες οικοδομικές εργασίες μέσα στο ακίνητο της, κατά τέτοιο τρόπο ώστε την απέβαλε παράνομα από τη νομή της σε αυτό. Ζητούσε, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, να αναγνωριστεί προσωρινά νομέας και κάτοχος του επιδίκου, να απαγορευτεί στην καθ` ης, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, να προσβάλει τη νομή της, να υποχρεωθεί η καθ` ης να της αποδώσει τη νομή του ακινήτου και να υποχρεωθεί να επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση. Με τέτοιο περιεχόμενο όμως η υπόψη αίτηση είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας διότι η αιτούσα αν και επικαλείται ότι έχει αποκτήσει τη νομή του επιδίκου με τον ανωτέρω τρόπο, δεν εκθέτει συγκεκριμένες υλικές διακατοχικές πράξεις κατά το χρονικό διάστημα από τη κτήση της νομής έως την επικαλούμενη προσβολή της, τις οποίες ασκεί διάνοια κυρίου, από τις οποίες να εκδηλώνει την πρόθεση της να το έχει δικό της, μην αρκούσης της έκφρασης ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα, νομή και κατοχή του επιδίκου χωρίς αναφορά ουδεμίας υλικής πράξης νομής που ενέργησε σε αυτό, η δε αοριστία αυτή, η οποία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να προβληθεί ειδικό προς τούτο παράπονο από την εκκαλούσα, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο που με την υπ` αριθμ. 5/2004 προσβαλλόμενη οριστική του απόφαση έκρινε την αίτηση ορισμένη και τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί.».

 

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

Πηγή άρθρου