Απόρριψη αίτησης για χορήγηση κληρονομητηρίου

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 1956, 1957, 1959 και 1961 παρ. 1 ΑΚ, και των άρθ. 744, 759, 819 και 820 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της κληρονομιάς, ύστερα από αίτηση του κληρονόμου, που πρέπει να περιέχει και τα αναφερόμενα στο άρθρο 1957 ΑΚ στοιχεία, παρέχει σε αυτόν κληρονομητήριο, το οποίο βεβαιώνει το κληρονομικό του δικαίωμα και, επί περισσοτέρων κληρονόμων και τη μερίδα του που του αναλογεί, μόνο εφόσον ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα προς εξακρίβωση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση και χωρίς να δεσμεύεται από τις περί αποδείξεως κοινές δικονομικές διατάξεις, κρίνει ότι αποδεικνύονται πλήρως τα γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν το επικαλούμενο κληρονομικό δικαίωμα.

Αν αντιθέτως, ύστερα από παρόμοια έρευνα, κρίνει ότι τα γεγονότα που θεμελιώνουν το κληρονομικό δικαίωμα του αιτούντος, δεν αποδεικνύονται πλήρως ή ότι με βάση τα γεγονότα που αποδεικνύονται, το κληρονομικό δικαίωμα του αιτούντος είναι ασαφές ή αμφίβολο, οφείλει να αρνηθεί την παροχή του κληρονομητηρίου και να απορρίψει την αίτηση, λόγω του τεκμηρίου που παρέχεται από αυτό κατά τα άρθρα 1962 ΑΚ και 821 ΚΠολΔ για το κληρονομικό δικαίωμα αυτού που κατονομάζεται ως κληρονόμος, καθότι στην περίπτωση που το δικαίωμα αυτό είναι ασαφές και αμφίβολο, εγκυμονεί κινδύνους όχι μόνο για τον αληθή κληρονόμο αλλά και για τους τρίτους, οι οποίοι συναλλάσσονται με αυτόν που κατονομάζεται σε αυτό ως κληρονόμος.

 Εξάλλου, το κληρονομικό δικαίωμα είναι ασαφές και αμφίβολο (και) όταν αυτό δεν προκύπτει ευθέως από τη διαθήκη του κληρονομουμένου, αλλά συνάγεται από την ερμηνεία της διαθήκης του τελευταίου, από την οποία θα κριθεί στο πλαίσιο πλέον των ερμηνευτικών κανόνων δικαίου η τυχόν ύπαρξη του κληρονομικού δικαιώματος του αιτούντος, λαμβανομένου υπόψη ότι η ερμηνεία της βούλησης του διαθέτη, που γίνεται κατά τα προεκτεθέντα, ανήκει στην αμφισβητούμενη και όχι στην εκούσια δικαιοδοσία.

Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, λοιπόν, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 1218/2011 απόφασή του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) έκρινε τα ακόλουθα: «Οι αιτούντες εκθέτουν ότι, στις 17.2.2009, απεβίωσε στην Αθήνα ο πατέρας τους, Π.Κ., […] ο οποίος άφησε την από 3.5.2008 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε στο Δικαστήριο αυτό και κηρύχθηκε κυρία και με την οποία εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του επί του περιγραφόμενου στην αίτηση ακινήτου […] τους αιτούντες. Ότι, ειδικότερα, ο κληρονομούμενος όρισε, μεταξύ άλλων, με την ως άνω διαθήκη του ότι αφήνει το ισόγειο διαμέρισμα της οικοδομής στον πρώτο αιτούντα και το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου στην δεύτερη αιτούσα. Ότι, ωστόσο, η περιγραφή, στην ένδικη διαθήκη, των ορόφων της οικοδομής από τον πατέρα τους ήταν ανακριβής, εφόσον το έδαφος επί του οποίου ανεγέρθηκε η εν λόγω οικοδομή είναι επικλινές και ότι στην πραγματικότητα η οικοδομή είναι τριώροφη και όχι διώροφη […], με συνέπεια το αναφερόμενο, εσφαλμένα, στην ένδικη διαθήκη ισόγειο να είναι στην πραγματικότητα ο πρώτος όροφος και ο πρώτος όροφος (να είναι) ο δεύτερος όροφος και να καθίσταται έτσι πρόδηλο το σφάλμα του διαθέτη κατά την περιγραφή των ακινήτων που άφησε στους αιτούντες και να απαιτείται, κατ’ ακολουθίαν, η δικαστική ερμηνεία της από 3.5.2008 ιδιόγραφης διαθήκης του. Ζητούν δε με βάση τα ανωτέρω […] (α) να ερμηνευτεί η τελευταία δήλωση βούλησης του πατέρα τους στην από 3.5.2008 ιδιόγραφη διαθήκη του και να αναγνωριστεί ότι το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου […] αφέθηκε στον πρώτο αιτούντα και ότι το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου […] αφέθηκε στην δεύτερη αιτούσα και (β) να τους χορηγηθεί πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, το οποίο να πιστοποιεί ότι είναι οι μοναδικοί κληρονόμοι εκ διαθήκης, κατά τη συγκεκριμένη κληρονομιά, του αποβιώσαντος […] πατέρα τους Π.Κ., κατ’ ισομοιρία και κατά ποσοστό 1/2 ενός τμήματος οικοπέδου εκτάσεως 325,35 τ.μ. επί του ενιαίου οικοπέδου 501,00 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας 649/1000, που βρίσκεται στον οικισμό […], καθώς και στα διαμερίσματα της επίδικης οικοδομής, ήτοι στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου […] το οποίο με βάση την αληθινή βούληση του πατέρα τους αφέθηκε στον πρώτο αιτούντα και στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου […] το οποίο με βάση την αληθινή βούληση του πατέρα τους αφέθηκε στην δεύτερη αιτούσα. Με τέτοιο περιεχόμενο, η αίτηση […] είναι στο σύνολο της απορριπτέα ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, οι αιτούντες μη νόμιμα ζητούν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, να ερμηνευτεί από το Δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η τελευταία δήλωση βούλησης του αποβιώσαντος πατέρα τους, στην από 3.5.2008 ιδιόγραφη διαθήκη του και εφόσον παρίσταται ανάγκη ερμηνείας της ένδικης διαθήκης […], ώστε να αναγνωριστεί περαιτέρω το κληρονομικό τους δικαίωμα επί των επίδικων διαμερισμάτων και κατά την αληθινή βούληση του αποβιώσαντος, χωρίς να ασκεί νομική επιρροή (και δη ως προς την εφαρμογή της προσήκουσας διαδικασίας, που δεν μπορεί να αποκλειστεί με πρωτοβουλία των διαδίκων), ότι οι αιτούντες ΄΄συμφωνούν ως προς την διευκρίνιση της βούλησης του πατέρα τους΄΄.».

Ομοίως και με την υπ’ αριθμ. 7008/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), είχαν γίνει δεκτά τα εξής: «Ο Ν. […] απεβίωσε στην Αθήνα στις 22.4.1998. Αυτός με την από 3.11.1976 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε με […], κατέλιπε όλη την ακίνητη περιουσία του με εξαίρεση το μερίδιο του επί μιας αμπέλου κειμένης στη θέση “Μαθερίστρα”, στο Δήμο Κορίνθου, προκειμένου ν’ αποτελέσουν κληροδότημα με τον τίτλο “Κληροδότημα Σμηνάρχου ……….. Ν.”, τα δε χρήματα όρισε ότι θα δαπανηθούν για την αποπεράτωση της οικίας του […] ενώ όσα τυχόν απομείνουν θα ενσωματωθούν στο κεφάλαιο του εν λόγω κληροδοτήματος. Το μερίδιο του (1/3 εξ αδιαιρέτου) επί της ανωτέρω αμπέλου κατέλιπε στις αδελφές του […] μαζί με τα ευρισκόμενα στην οικία του κινητά πράγματα και το αυτοκίνητό του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αδελφές του διαθέτη […], προαποβίωσαν αυτού με αποτέλεσμα […] να μείνουν εκτός διαθήκης πλέον (αδιάθετο) το μερίδιο του επί της πιο πάνω αμπέλου τα ευρισκόμενα στην οικία του κινητά πράγματα καθώς και το αυτοκίνητο του. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία και όσα άλλα δεν είχε διαθέσει αυτός ισχυρίζονται οι αιτούντες, πρώτοι εξάδελφοι του, ότι περιήλθαν σ’ αυτούς λόγω της ιδιότητας τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, βάσει της διατάξεως του άρθρου 1801 ΑΚ. Ο καθ’ ου η αίτηση Δήμος Κορίνθου υποστηρίζει ότι σύμφωνα με τη θέληση του διαθέτη αυτός εγκαταστάθηκε ως μόνος κληρονόμος και συνακόλουθα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1802 ΑΚ τα εν λόγω αδιάθετα περιουσιακά στοιχεία επαυξάνουν τη μερίδα του. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι στη διαθήκη δεν γίνεται ρητή αναφορά σχετικά με την τύχη της πιο πάνω αδιάθετης περιουσίας είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης αυτής αν θα χωρήσει ή όχι στην προκειμένη περίπτωση η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Έτσι, το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα των αιτούντων είναι αμφίβολο. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που για το λόγο αυτόν απέρριψε την ένδικη αίτηση παροχής κληρονομητηρίου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις.».

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

e-mail: [email protected]

Πηγή άρθρου