Απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικάσαντος δικαστηρίου (AΠ 33/2023) | Νομικά Νέα

  • Αρχική
  • Νομικά Νέα
  • Απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικάσαντος δικαστηρίου (AΠ 33/2023) | Νομικά Νέα

Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής σύνθεσης του δικάσαντος δικαστηρίου, διαπίστωσε ότι συνέτρεχε ο Άρειος Πάγος, κάνοντας δεκτό τον σχετικό λόγο αναίρεσης (ΑΠ 33/2023).

Συγκεκριμένα, το ανώτατο δικαστήριο διαπίστωσε ότι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε μέρος δικαστής, ο οποίος είναι σύζυγος του δικαστή που έκρινε την υπόθεση πρωτοδίκως.

Από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του ΚΠΔ και το άρθρο 8 παρ 1 εδ. α΄ του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών) προκύπτει ότι κώλυμα συμμετοχής δικαστικού λειτουργού στην σύνθεση δικαστηρίου κατά την εκδίκαση έφεσης ή αναίρεσης υπάρχει όταν σε οποιοδήποτε στάδιο της ίδιας υπόθεσης συμμετείχε στην σύνθεση του δικαστηρίου ένα από τα αναφερόμενα στην τελευταία διάταξη πρόσωπα, τα οποία έχουν ήδη εκφράσει γνώμη, και είναι δυνατόν ο συνδεόμενος με εκείνα με συζυγική ή συγγενική σχέση δικαστής ή εισαγγελέας, από προκατάληψη να μην κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο, σε κάθε δε περίπτωση μπορεί να εγερθεί υπόνοια για την ελεύθερη και απροκάλυπτη κρίση του.

Το δικαστήριο επεσήμανε ότι η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερωμένες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή, θεμελιώνεται δε και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. 

Η παραβίαση των ανωτέρω συνιστά κακή σύνθεση του δικαστηρίου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ, καθώς και μη τήρηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο από την Ε.Σ.Δ.Α., και έχει ως συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο.

Εν προκειμένω, το ανώτατο δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο δικαστής, ο οποίος επιλήφθηκε της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό, είχε προηγουμένως υποβάλει δήλωση αποχής του από την εκδίκαση της συγκεκριμένης υπόθεσης, γνωστοποιώντας ότι είναι σύζυγος της Πρωτοδίκη που είχε συγκροτήσει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, κατά της οποίας άσκησε έφεση ο κατηγορούμενος. Η δήλωση αποχής του απορρίφθηκε και, ακολούθως, ο εν λόγω δικαστής συμμετείχε στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως Πρόεδρός του, στη δίκη που αφορούσε την εκδίκαση της έφεσης του κατηγορουμένου, την οποία (έφεση) απέρριψε ως ανυποστήρικτη.

Κατά την κρίση του δικαστηρίου λοιπόν, ο ανωτέρω Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών, είναι σύζυγος της Πρωτοδίκη Αθηνών, η οποία συγκρότησε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβληθείσα με την ανωτέρω έφεση του κατηγορουμένου απόφαση. Συνεπώς, συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού του από τη συζήτηση της υπόθεσης στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.

Συνεπώς, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής σύνθεσης του δικάσαντος δικαστηρίου.

Απόσπασμα απόφασης

IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. «1. Εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και στον κώδικα αυτόν, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στη σχέση από γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και στην αγχιστεία εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης»· Εξάλλου κατά το άρθρο 8 παρ 1 εδ. α΄ του Ν 1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο (17-5-2022) «1. Δικαστικοί λειτουργοί, υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και δικηγόροι δεν επιτρέπεται να συμπράττουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια αν είναι σύζυγοι ή συνδέονται με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας μέχρι και τον τρίτο βαθμό», παρόμοια δε είναι και η ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α’ του ήδη ισχύοντος, από 6-6-2022, Ν. 4938/2022 (Φ.Ε.Κ. 109/6-6- 2022, τεύχος πρώτο). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι κώλυμα συμμετοχής δικαστικού λειτουργού στην σύνθεση δικαστηρίου κατά την εκδίκαση έφεσης ή αναίρεσης υπάρχει όταν σε οποιοδήποτε στάδιο της ίδιας υπόθεσης συμμετείχε στην σύνθεση του δικαστηρίου ένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ. α’ Ν. 1756/1988 πρόσωπα, τα οποία έχουν ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν ο συνδεόμενος με εκείνα με συζυγική ή συγγενική σχέση, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, δικαστής ή εισαγγελέας, από προκατάληψη να μην κρίνει κατά τρόπο ανεπηρέαστο, σε κάθε δε περίπτωση μπορεί να εγερθεί υπόνοια για την ελεύθερη και απροκάλυπτη κρίση του. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του Κράτους δικαίου που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερωμένες από αυτό εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή, θεμελιώνεται δε και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, μεταγλωττίστηκε δε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Π.Δ. 76/2022 (Φ.Ε.Κ. 205/1-11-2022, τεύχος πρώτο), σύμφωνα με το οποίο «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης.». Η παραβίαση των ανωτέρω τάξεων συνιστά κακή σύνθεση του δικαστηρίου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. α του Κ.Ποιν.Δ., καθώς και μη τήρηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ Κ.Ποιν.Δ., έχει ως συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο (άρθρο 174 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.), δεν αφορά δε τη μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 του άρθρου 17 του Ν. 1756/1988 (ήδη του άρθρου 20 του ισχύοντος από 6-6- 2022 Ν. 4938/2022), που καλύπτεται, αν δεν προταθεί, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία (Α.Π. 1717/2018), ιδρύει δε τον, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, λόγο αναίρεσης και στην περίπτωση της απόρριψης έφεσης ως ανυποστήρικτης (Α.Π. 103/2021).

Πηγή: dikastis.blogspot.com

Πηγή άρθρου