Αποκλήρωση κατιόντος με διάταξη τελευταίας βούλησης

Από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1829, 1839, 1840 και 1843 ΑΚ προκύπτει ότι ο διαθέτης με διάταξη τελευταίας βουλήσεως μπορεί να στερήσει και τον κατιόντα του από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας, για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγους. Έτσι για να είναι έγκυρη η αποκλήρωση και να επιφέρει το σκοπούμενο με αυτή αποτέλεσμα, τη στέρηση δηλαδή του κατιόντος από τη νόμιμη μοίρα, πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις : α) Ύπαρξη διάταξης τελευταίας βουλήσεως. Πρέπει δηλαδή η αποκλήρωση να γίνει σε διάταξη τελευταίας βούλησης διαθήκης, β) βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από την νόμιμη μοίρα, η οποία μπορεί να είναι ρητή (πχ ο διαθέτης να χρησιμοποιεί τον όρο ‘αποκληρώνω’ ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως πχ. ‘στερώ από τη νόμιμη μοίρα’), ενδέχεται όμως και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης, γ) ύπαρξη λόγου από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγους, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς το διαθέτη και την οικογένειά του, δ) αναφορά του λόγου αποκλήρωσης στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου ως προς τον ποιόν από τους προαναφερόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης, ε) ύπαρξη λόγου αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης (πρέπει, δηλαδή, ο λόγος αποκλήρωσης να υπάρχει κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται να υπάρχει και μέχρι το θάνατο του διαθέτη) και στ) ανυπαρξία συγγνώμης εκ μέρους του διαθέτη. Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως λ.χ. όταν η διαθήκη συντάχθηκε από πρόσωπο ανίκανο ή δεν τηρήθηκε ο τύπος που επιτάσσει ο νόμος, όταν ο λόγος της αποκλήρωσης δεν αναφέρεται στη διαθήκη, ή ο αναφερόμενος λόγος δεν είναι αληθινός, ή η αποκλήρωση έγινε από λόγο που δεν προβλέπεται από το νόμο, ή γίνεται για λόγο, για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ο κατιών του κληρονομουμένου παίρνει τη νόμιμη μοίρα του (εν στενή εννοία αποκλήρωση). Σε περίπτωση μη νομιμότητας ή αναληθείας του προβαλλομένου λόγου αποκλήρωσης, ο αποκλεισμός ισχύει για την εξ αδιαθέτου διαδοχή (εν ευρεία εννοία αποκλήρωση) [1].

Μεταξύ των περιοριστικά προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 1840 ΑΚ λόγων αποκλήρωσης κατιόντος του διαθέτη περιλαμβάνεται και η περίπτωση, κατά την οποία ο κατιών ζει άτιμο ή ανήθικο βίο, παρά τη θέληση του διαθέτη. Ως άτιμος ή ανήθικος βίος νοείται η διαρκώς άτιμη, ή ανήθικη διαγωγή του κατιόντος εξαιτίας της οποίας προσάπτεται, κατά τις κρατούσες κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις ατιμωτικό όνειδος στην οικογενειακή τάξη και αξιοπρέπεια, όπως πχ η παρατεταμένη συζυγική απιστία του κατιόντος, η εγκληματική διαβίωσή του, η συμμετοχή του σε σπείρα κακοποιών, ή άσκηση ατιμωτικού επαγγέλματος (τοκογλυφία, πορνεία), η κατ’ εξακολούθηση τέλεση πράξεων ατιμωτικού χαρακτήρα, όπως εγκλήματα κατά των ηθών κλπ [2].

Ειδικότερα άρθρο 1840 παρ. 5 ορίζει ότι ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα αν αυτός ζει βίο άτιμο ή ανήθικο παρά τη θέλησή του. Και τούτο διότι ως ‘άτιμο ή ανήθικος βίος’ νοείται η διαρκής άτιμη ή ανήθικη διαγωγή του κατιόντος η οποία υποσκάπτει το καλό όνομα της οικογένεια και η οποία επιφέρει ρήξη του οικογενειακού δεσμού με τον ανιόντα. Δηλαδή για να υπάρχει ανήθικος ή άτιμος βίος πρέπει εξ αιτίας της εξακολουθητικής συμπεριφοράς του κατιόντος ή του επαγγέλματός του ή της εν γένει ζωής του, να προσάπτεται κατά τις κρατούσες αντιλήψεις, ατιμωτικό όνειδος στην οικογενειακή τάξη ή αξιοπρέπεια. Τέτοιες περιπτώσεις μπορούν να θεωρηθούν η παρατεταμένη περί το γάμο απιστία του κατιόντος, η εγκληματική του διαβίωση, η συμμετοχή του σε σπέιρα κακοποιών ή εγκληματιών και η συνεχής συναναστροφή του μετ’ αυτών, η άσκηση ατιμωτικού επαγγέλαμτος (όπως κατ’ επάγγελμα τοκογλυφίας, πορνείας, χαρτοπαιξίας κλπ) ή η κατ’ εξακολούθηση τέλεση αξιόποινων πράξεων ατιμωτικού χαρακτήρα (όπως εγκλήματα κατά των ηθών, της περιουσίας και άλλα) [3].

Επιπλέον, ο διαθέτης μπορεί, με την έννοια αυτήν της αποκληρώσεως, να αποκληρώσει τον κατιόντα του για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1840 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται (με αριθ. 3 και 5) και οι περιπτώσεις που ο κατιών έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση κατά του διαθέτη ή του συζύγου του (περ. 3) και που αυτός (κατιών) ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά τη θέληση του διαθέτη (περ. 5).Το κακούργημα ή το πλημμέλημα νοούνται με την έννοια που λαμβάνονται στο ποινικό δίκαιο. Το κατά πόσο το πλημμέλημα είναι σοβαρό κρίνεται με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και την εκάστοτε κρατούσα κοινωνική ηθική. Το Δικαστήριο δηλαδή, εκτιμώντας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν τα περιστατικά που έγιναν δεκτά, κρίνει αν από κοινωνικής και ηθικής απόψεως φέρουν τον χαρακτήρα του σοβαρού πλημμελήματος [4]. Ως άτιμος ή ανήθικος βίος νοείται η διαρκής άτιμη ή ανήθικη διαγωγή (συμπεριφορά, επάγγελμα, εν γένει βίος) του κατιόντος, εξαιτίας της οποίας προσάπτεται, κατά τις κρατούσες κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις, ατιμωτικό όνειδος στην οικογενειακή τάξη ή αξιοπρέπεια [5]. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1843 ΑΚ, ο λόγος της αποκληρώσεως πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σ` αυτήν, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου ως προς ποιον από τους προβλεπόμενους λόγους αποκληρώσεως εννοεί ο διαθέτης [6].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] βλ. άρθρο 1713 ΑΚ, ΑΠ 1501/2011 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1349/2005 ΕλΔ 2006.159, ΑΠ 122/98 ΕλΔ1998.576, ΕφΑθ 4632/2007 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ6277/2003 ΕλΔ 2004.1079, ΕφΘεσ2855/2002 Αρμ2004.375, Σταθόπουλου – Γεωργιάδη άρθρο 1839 ΑΚ σελ. 510 επ. Ν. Παπαντωνίου, κληρονομικό Δίκαιο 524 επ. σελ.97 επ.).

[2] ΑΠ 1411/98, ΕφΠειρ 695/2014

[3] Γ. Μπαλή: Κληρ. Δικ. Παρ. 158 σελ 243-244 και Εμμ. Βουζίκα: Κληρ. ΔΙκ. Παρ. 155 σελ 648 – 649) / ΠΠρΑθ 3778/2010

[4] ΑΠ 1411/1998 Αρμ ΝΒ 1488, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, Αστ. Κώδ. ΙΧ, σελ. 517

[5] ΑΠ 1411/1998 ό.π., ΕφΑθ 12430/1989 ΕλλΔνη 33.348, ΕφΠειρ 630/1989 ΕλλΔνη 31.1489, Μπαλής, Κληρ. Δίκ., παρ. 159, Α. Τούσης, Κληρ. Δίκ., παρ. 118, Ν. Παπαντωνίου, Κληρ. Δίκ., 4η έκδ., παρ. 248

[6] ΕφΘεσ. 2855/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2840/1990 ΕλλΔνη 33.350, ΕφΑθ 1243/ 1989 ό.π., ΕφΠειρ 638/1989 ό.π.

Πηγή άρθρου