Απαραίτητες προϋποθέσεις για το παραδεκτό

Από τη διάταξη του άρθρου 682 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επιτρέπεται και διατάσσεται μόνο με τη συνδρομή ορισμένων απαραιτήτων προϋποθέσεων, όπως η ύπαρξη δικαιώματος και η ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης ή επικείμενου κινδύνου, η έλλειψη των οποίων καθιστά απορριπτέα την αίτηση, όπως πάγια γίνεται δεκτό από τη θεωρία και τη νομολογία.

Ø  Επείγουσα περίπτωση συντρέχει όταν υπάρχει ανάγκη προσωρινής απόλαυσης του δικαιώματος από τον δικαιούχο, γιατί με την πάροδο του χρόνου πρόκειται να επέλθει οποιοσδήποτε φύσεως βλάβη στα συμφέροντα του δικαιούχου.

Ø  Επικείμενος κίνδυνος νοείται ο κίνδυνος να ματαιωθεί τελικά η ικανοποίηση της κρίσιμης απαίτησης του δανειστή είτε διότι ο οφειλέτης θα έχει αποξενωθεί από τη διαθέσιμη περιουσία του μέχρι ο δανειστής να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο είτε διότι θα έχει βλάψει, αποκρύψει ή αλλοιώσει τα περιουσιακά του στοιχεία είτε διότι θα έχουν επιβαρυνθεί με δικαιώματα υπέρ τρίτων. Συγκεκριμένα, στην αίτηση για εγγραφή προσημείωσης (άρ. 706 ΚΠολΔ), ως επικείμενος κίνδυνος νοείται η πιθανολόγηση πως επίκειται προσεχής αποξένωση του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν, κάποτε, ο αιτών (δανειστής) θ` αποκτήσει εκτελεστό τίτλο, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης [1]. Η δε ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ’ ου δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της προσημείωσης υποθήκης [2]. Δεν δύναται επομένως να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση η πιθανή και μόνο μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, διότι με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογούνταν η λήψη ασφαλιστικών μέτρων και μάλιστα με τη μορφή της προσημείωσης υποθήκης σε κάθε εκκρεμή αγωγή, ενόψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου [3]. Απαιτώντας συνεπώς ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση εννοεί, προδήλως, την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, που δικαιολογείται από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαίωσης της απαίτησης ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσας στιγμής, η οποία είναι πιεστική και ανεπίδεκτη αναβολής και απαιτεί άμεση ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστάσεων [4].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] βλ. Κ. Μπέης, ΠολΔ, άρθ. 682, παρ. 5, σσ. 32, ο ίδιος “Εισαγωγή στη Οικονομική σκέψη”, παρ. 23 (3.2.1.), σσ. 345, ο ίδιος, σχόλιο Δ 10.441, Κεραμεύς – Πολυζωγόπουλος, “Τα ασφαλιστικά μέτρα στο ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο”, στο συλλογικό έργο “Η δραστικότητα της δικαιοσύνης”, παρ. 3.4, σελ. 260.

[2] ίδετε ΜονΠρΑθ 7076/2016 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] ΜονΠρΕδεσσας 178/2015, ΜΠρΘεσ 13293/2010, ΜΠρΘεσ 19987/2005 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Κ. Μπέης, ΠολΔικ, στο άρθρο 662 παρ. 5, σσ. 32, Χαμηλοθώρης, ΑσφΜ, έχδ. 2000, σσ. 65 και 167.

[4] ίδετε ΜονΠρΕδεσσας 178/2015, ΜΠρΛαρ 574/2014, ΜΠρΑΘ 449/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

Πηγή άρθρου