Απαλλαγή ασφαλιστή – Για να συντρέχει λόγος απαλλαγής

Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 489/1976 «Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986, και οι διατάξεις του περιελήφθησαν στα αντίστοιχα ταυτάριθμα άρθρα του, ορίζεται ότι «Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος», ενώ περαιτέρω, η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του ιδίου νόμου ορίζει τις περιπτώσεις της ασφαλιστικής αυτής καλύψεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έναντι τρίτων αστική ευθύνη λόγω θανατώσεως ή σωματικής βλάβης, ζημιών σε πράγματα και χρηματικής ικανοποίησης λόγω θανατώσεως ή σωματικής βλάβης. Προσέτι, κατά την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου, το ασφαλιστικό ποσόν είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζεται κάθε φορά αρμοδίως για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α] Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως και μέχρι το ποσόν αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή[1] και β] Ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος από τη λειτουργία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου βάσει της ασφαλιστικής σύμβασης[2] μέχρι του ισχύοντος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ελάχιστου ασφαλιστικού ποσού[3] και σε περίπτωση που τα ζημιωθέντα πρόσωπα είναι περισσότερα, η ευθύνη του δεν δύναται να υπερβεί τα στο ασφαλιστήριο αναφερόμενα ποσά ως προς όλους τους ζημιωθέντες και για κάθε ασφαλισμένο κίνδυνο, σε περίπτωση, δε, καταβολής κάποιου ποσού προς ζημιωθέντα, η καταβολή αυτή καταλογίζεται στο ασφαλιστικό ποσό, το σύνολο του οποίου ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει στους παθόντες από το ίδιο ατύχημα[4].

Βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως (άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976), προστίθεται νέος οφειλέτης (ασφαλιστής), ενώ διατηρείται η ευθύνη των λοιπών υποχρέων σε αποζημίωση (κατά τα άρθρα 914, 922 ΑΚ, Ν. ΓΠΝ/1911), έστω και αν το θεμέλιο της υποχρεώσεως εκάστου είναι διαφορετικό[5]. Μεταξύ του ασφαλιστή και των λοιπών [συν]οφειλετών υπάρχει, μέχρι του ισχύοντος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ελάχιστου ασφαλιστικού ποσού, ενοχή εις ολόκληρον, υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 481 επόμ. και 826 ΑΚ[6].

Επίσης, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 11 του ιδίου νόμου (Ν. 489/1976), ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσόμενου σε αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού, ενώ, περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 361 ΑΚ, 1 επόμ. Ν. 2496/1997 «Ασφαλιστική Σύμβαση κ.λ.π.» και 11 παρ. 1 Ν. 489/1976 «Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», προκύπτει ότι η σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίζεται[7] με απλή συναίνεση των συμβαλλομένων μερών[8], τυχόν δε έγγραφο δεν έχει συστατικό αλλά αποδεικτικό χαρακτήρα[9], συντελείται, δε, από τον χρόνο αποδοχής της αιτήσεως για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία υποδηλώνεται με την κατάρτιση και παράδοση ή αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή[10], ενώ οι γενικοί και ειδικοί όροι ασφαλίσεως που περιέχονται σε αυτό, δεσμεύουν τον ασφαλισμένο και αν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σε αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, ενώ το επικαλείται και το προσκομίζει στο Δικαστήριο[11].

Στο σημείο αυτό, προσήκει να τονισθεί ότι ακόμη και όταν συντρέχει κάποια προβλεπόμενη από τον νόμο εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 6β του Ν. 489/1976, όπως οι διατάξεις αυτού κωδικοποιήθηκαν με το π.δ. 237/1986), ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, μη δυνάμενος να αντιτάξει κατά αυτού ενστάσεις απορρέουσες από την ασφαλιστική σύμβαση, διατηρεί όμως το δικαίωμα, κατ’ άρθρον 927 ΑΚ, να στραφεί κατά του ασφαλισμένου αναγωγικά, απαιτώντας ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο[12]. Παθητικά υποκείμενα του ως άνω δικαιώματος αναγωγής είναι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο αντισυμβαλλόμενος και ο ασφαλισμένος[13], δεδομένου ότι στον νόμο δεν γίνεται καμία διάκριση, καθένα, δε, από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου εκ των προσώπων αυτών έναντι του ασφαλιστή[14].

Το δικαίωμα της αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή μετά την καταβολή που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε΄ ΚΠολΔ, δηλαδή είναι επιτρεπτή η αγωγή εξ αναγωγής και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο ζημιωθέντα[15]. Τόσο στην αυτοτελή όσο και στην παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής, ο ενάγων οφείλει να ισχυρισθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει το ποσοστό της ευθύνης εκάστου εκ των εναγομένων συνυποχρέων, δηλαδή τον βαθμό πταίσματος και της αιτιώδους συμβολής στην πρόκληση της ζημίας, καθορίζοντας και το ποσοστό ευθύνης[16]. Ο ασκών το δικαίωμα αναγωγής μπορεί να αιτηθεί την επιδίκαση κάθε ποσού προς κάλυψη της ζημίας του[17], συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των δικαστικών του εξόδων[18]. Ακόμη, ενόψει του ότι οι προβλεπόμενες στο ως άνω άρθρο περιπτώσεις εξαιρέσεως της ασφάλισης (άρθρο 6β του Ν. 489/1976, όπως οι διατάξεις αυτού κωδικοποιήθηκαν με το π.δ. 237/1986), κατά την ορθότερη άποψη, συνιστούν κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, για να συντρέχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή, πρέπει η παράβαση να οφείλεται σε υπαιτιότητα των ασφαλισμένων προσώπων[19].

 

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

email: [email protected]

[1] βλ. ΑΠ 59/2016, ΑΠ 1907/2009, ΧρΙδΔικ 2007.244, ΑΠ 1864/2006, ΧρΙδΔικ 2010/612, ΑΠ 24/2002.

[2] βλ. ΑΠ 636/2016, ΑΠ 798/2004, Δνη 2006/1358, ΑΠ 1228/2003, Δνη 2005.411, ΑΠ 580/1997.

[3] βλ. ΑΘ. Κρητικός, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, τόμος II, 5η έκδοση, 2019, παρ. 29, αρ. 92, σελ. 238, πρβλ. ΑΠ 1228/2003, Δνη 2005.411, ΑΠ 961/1997.Ε,ΕμπΔικ1998/108, ΕΕΝ. 1999/68.

[4] βλ. ΑΠ 421/2019, ΑΠ 972/2Θ17, ΑΠ 1907/2009, ΧρΙδΔ 2010/612, ΑΠ 916/2009, ΝοΒ 2010, 967, ΑΠ 1864/2006, ΧρΙδΔ 2007.244.

[5] βλ. Αθ. Κρητικό, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, τόμος II, 5η έκδοση, 2019, παρ. 29, αρ. 52, σελίδες 22-26.

[6] βλ. Αθανάσιος Κρητικός, ο.π., όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία και τη βιβλιογραφία.

[7] βλ. ΕφΑθ 2001/2021, ΕφΑΘ 2535/2020, ΕφΑθ 5048/2019, ΕφΑθ 5836/2018, Αθανάσιος Κρητικός, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, τόμος II, 5η έκδοση 2019, παρ. 26, αρ. 7 επ., σελίδα 55επ., όπου και περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία και νομολογία.

[8] βλ. ΑΠ 2227/2008, Δνη 2008.1003, ΑΠ 1354/2008, ΕΕμπΔ. 2008/847, ΑΠ 230/2008, ΝοΒ 2008/1576, ΑΠ 432/2004, ΕπΔικΙΑ 2007.127.

[9] βλ. ΑΠ 1227/2010, ΑΠ 1354/2008, ο.π., ΑΠ 1308/2007, ΔΕΕ 2008/71, ΑΠ 308/2005 Δνη 47.1360, ΕφΑθ 3650/2019 , ΕφΘεσσαλ 1615/2017, ΕΣυγκΔ 2018/37, ΕφΑθ 1483/2016 – αν δεν συνταχθεί έγγραφο, η σύμβαση μεταξύ των μερών αποδεικνύεται με όρκο ή ομολογία – ΕφΘεσσαλ 943/2005, ΕπιΔΙκ 2005/385.

[10] βλ. ΑΠ 1877/2017, ΑΠ 156/2014, ΑΠ 242/2011, ΕΕμπΔ 2011/623, ΔΕΕ 2011/1046, ΑΠ 426/2002, ΑΠ 843/2001, ΑΠ 588/2001, ΑΠ 535/2001.

[11] βλ. ΑΠ 156/2014, ΑΠ 1995/2013, ΑΠ 18/2009, ΑΠ 76/2005, ΕλΔνη 46.1415, ΑΠ 390/2013, ΑΠ 657/2001, ΕΕμπΔ ΝΒ/234, ΑΠ 751/2000.

[12] βλ. ΕφΑΘ 228/2020, ΕφΔωδ 195/2020, ΕφΑΘ 5836/2018.

[13] βλ. ΑΠ 86/2019, ΑΠ 1497/2014, ΧΡιΔδΙΚ 2015/213, ΑΠ 736/2014, ΑΠ 1253/2011, ΑΠ 1426/2010, ΑΠ 1168/2010, ΑΠ 1718/2002, π.ρ.β.λ. Αθανασίου Κρητικού, Οινόπνευμα, ναρκωτικά και φάρμακα ως αιτίες αυτοκινητικών ατυχημάτων, 2007, αρ. 429, σελ. 188-189.

[14] βλ. ΑΠ 86/2019, ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 1673/2017, ΑΠ 1497/2014, ΧρΙδΔ 2015/213, ΑΠ 2277/2009, ΑΠ 1451/2009.

[15] βλ. ΑΠ 1877/2017, ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 681/2014, ΧρΙδΔ 2014/676, ΑΠ 1467/2009, ΑΠ 197/1998, ΝοΒ 1999/608, ΑΠ 639/1994, Δνη 36.333, ΑΠ 194/1992, ΝοΒ 41/491.

[16] βλ. ΕφΑΘ 3658/2019, ΕφΑΘ 2702/2019, ΕφΑΘ 5836/2018, ΕφΛαρ 26/2004, Αρμ. 2004/992, πρβλ. ΕφΑΘ 7262/1997, Δνη 1998/928.

[17] βλ. ΑΠ 997/2014, ΑΠ 564/2014, ΑΠ 1995/2013, ΑΠ 215/2013, ΑΠ 230/2008.

[18] βλ. ΑΠ 277/1999, Δνη 1999.1311, ΕφΑΘ 548/2019, ΕφΑΘ 5836/2018, ΕφΠειρ 292/2014, ΕφΛαμ 249/2007, βλ. και ΑΘ. Κρητικό, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, τόμος I, 5η έκδοση 2019, παρ. 8, αρ. 53, σελ. 175, παρ. 12, αρ. 46, σελ. 239, του ιδίου, Οινόπνευμα, ναρκωτικά και φάρμακα ως αιτίες αυτοκινητικών ατυχημάτων, 2007, αρ. 432, σελ. 190, contra ΕφΠατρ 285/2018, ΕφΘεσσαλ 1969/2003, Αρμ. 2005.359, ΕφΑΘ 4013/1994, Δνη 1995.1595, ΕφΑΘ 3488/1992, Δνη 1995.1144.

[19] βλ. ΑΠ 467/2017, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 158/2015, ΑΠ 1068/2013, ΧρΙδΔικ 2014/48, ΕΕμπΔικ 2014/341, ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 323/2011, ΑΠ 1517/2006, ΕπΕμπΔ 2006/631, ΕφΑθ 1319/2022 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

Πηγή άρθρου