Ανεπίτρεπτο απόδειξης συμβάσεως

Κατά τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ. α΄ του ίδιου Κώδικα, εξαιρετικά επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες, εάν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη.

Για την ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης από έγγραφο απαιτείται αυτό να πιθανολογεί, δηλαδή να καθιστά πιθανό το αμφισβητούμενο γεγονός. Τούτο συμβαίνει, όταν από το έγγραφο δεν αποδεικνύεται πλήρως το αμφισβητούμενο γεγονός, αλλά αναφέρονται σε αυτό περιστατικά, από τα οποία με πιθανότητα να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για την ύπαρξη του αμφισβητούμενου γεγονότος. Πότε δε το έγγραφο καθιστά πιθανό το αποδεικτέο γεγονός είναι ζήτημα πραγματικό. Αν το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, κρίνει ότι υπάρχει πιθανολόγηση για το αποδεικτέο γεγονός δέχεται τη συνδρομή της αρχής έγγραφης απόδειξης και επιτρέπει βάσει αυτής τη μαρτυρική απόδειξη. Όταν, δε, υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης από επικαλούμενο και νόμιμα προσκομιζόμενο έγγραφο, το Δικαστήριο επιτρέπει τη μαρτυρική απόδειξη, έστω και αν δεν προταθεί από το διάδικο ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί αρχή έγγραφης απόδειξης, καθόσον η αναγκαιότητα της πρότασης αυτής δεν προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, ούτε και από άλλη διάταξη[1].

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ. β΄ ΚΠολΔ, εξαιρετικά επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες, εάν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο. Ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου υπάρχει, αν τα μέρη είχαν κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις η αξίωση συντάξεως εγγράφου για τη συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία, αν, δηλαδή, για λόγους ηθικής τάξης ή και ψυχολογικούς ακόμη η αξίωση σύνταξης εγγράφου υπό τις ιδιάζουσες αυτές σχέσεις ή καταστάσεις θα υποδήλωνε έλλειψη εμπιστοσύνης με συνέπεια τον κλονισμό των σχέσεων των μερών και ενδεχομένως την ματαίωση της δικαιοπραξίας[2]. Ο δεσμός αυτός μπορεί να είναι στενή συγγένεια, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός, συναδελφική σχέση συνεταίρων ή συνεργαζόμενων ή άλλη ιδιάζουσα σχέση ή ιδιότητα[3].

Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1 περ. β΄ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη σύμβασης δανείου, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το ως άνω άρθρο 393 παρ. 1 οριζόμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου. Η απόδειξη για το γεγονός από το οποίο μπορεί να προκύψει ηθική αδυναμία το οποίο (γεγονός) επικαλείται ο υπόχρεος σε απόδειξη, εφόσον αμφισβητηθεί, γίνεται και με μάρτυρες. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον βεβαιώνει την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για την απόκτηση έγγραφης απόδειξης, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων[4].

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] βλ. ΑΠ 230/2014, ΑΠ 219/2007, ΕφΘεσ 2253/2014, ΜονΕφΠειρ 47/2021, όλες δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[2] βλ. ΕφΛαρ 57/2007, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2007/444, ΕφΔωδ 39/2015 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[3] βλ. ΑΠ 1054/2021 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1340/2019 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα areiospagos.gr, ΑΠ 1033/2019, ΧρΙΔ 2020/17, ΑΠ 430/2018 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα areiospagos.gr, ΑΠ 2/2015 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 346/2013 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 402/2012 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1383/2009 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 17/2017 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΣτερΕλλ 34/2015 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[4] βλ. ΑΠ 866/2019, ΑΠ 2/2015, ΑΠ 346/2013, ΑΠ 1383/2009, ΑΠ 1402/2008  – όλες δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

Πηγή άρθρου