Ανέκκλητη η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου

Κατά τη διάταξη του άρθ. 1532 ΑΚ, ορίζεται ότι: «Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο εισαγγελέας, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. […] Το δικαστήριο, στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, δύναται να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ή την επιμέλεια, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, καθώς επίσης να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου. Αν συντρέχουν στο πρόσωπο και των δύο γονέων οι περιπτώσεις του δευτέρου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή ακόμα και την επιμέλειά του ολικά ή μερικά σε τρίτο ή και να διορίσει επίτροπο. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή την ψυχική υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του, μέχρι την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός ενενήντα (90) ημερών, με δυνατότητα αιτιολογημένης παράτασης της προθεσμίας αυτής κατά ενενήντα (90) επιπλέον ημέρες.».

Περαιτέρω κατά τη διάταξη τoυ άρθρου 121 ΕισΝΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 4 του Ν. 3089/2002: «Στις περιπτώσεις των άρθρων 42, 46, 79, 105, 111, 1350 παράγραφος 2,  1352 εδ. β,1368, 1407, 1441, 1457, 1458, 1522, 1525, 1526, 1532, 1533, 1660 έως 1663, 1667 ,1865, 1866, 1868, 1908, 1913, 1917 παράγραφος 2, 1919, 1920, 1956, 1965,2021, 2024, 2027, 2028, 2031 του Αστικού Κώδικα, καθώς και σε κάθε δίκη που αφορά την υιοθεσία, την επιτροπεία, τη δικαστική συμπαράσταση ή την επιμέλεια ξένων υποθέσεων, εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.».

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθ. 47 εδάφ. α΄ του Ν. 2447/1996, προβλέπεται ότι: «Στις περιπτώσεις των άρθρων 1515, 1517, 1521, 1522, 1525, 1526, 1532 παρ. 1, 1594 παρ. 2, 1613, 1616, 1622, 1623, 1624, 1625 και 1630 του Αστικού Κώδικα δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της έφεσης».

Έτσι, η τελευταία αυτή διάταξη καθιστά ανέκκλητη την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία αφορά στις συνέπειες κακής άσκησης της γονικής μέριμνας ανηλίκου τέκνου, υπόκειται, δε, η απόφαση αυτή μόνο σε αναίρεση[1]. Θωρείται, δε, ότι η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στο άρθ. 20 ή σε άλλη διάταξη του Συντάγματος, αλλά ούτε και στο άρθ. 6 της Σύμβασης της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες (ν.δ. 53/1974), με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές διασφαλίζουν τη δυνατότητα προσφυγής σε δικαστήριο, όχι όμως και δικαίωμα σε ένδικο μέσο κατά απόφασης που θα εκδοθεί, οι διατάξεις, δε, των άρθρων 741 επόμ. ΚΠολΔ, που κατά τα ως άνω εφαρμόζονται για την εκδίκαση τέτοιας αίτησης, διασφαλίζουν πλήρως το δικαίωμα απόδειξης των ισχυρισμών των διαδίκων και συνεπώς εκπληρώνονται οι όροι διεξαγωγής δίκαιης δίκης[2].

 

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΑΠ 25/2005 Δνη 47.821, ΑΠ 1111/2002, ΜονΕφΠατρ 14/2020, ΜονΕφΠατρ 13/2013 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[2] βλ. ΕφΑθ 5372/2022 – TNΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1543/2010 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 235/2005 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

Πηγή άρθρου