Κατά την έννοια του άρθρου 1807 ΑΚ, που ρυθμίζει την προσαύξηση, αν κάποιος από τους περισσότερους εγκατάστατους εξέπεσε της κληρονομιάς είτε προ της επαγωγής είτε μετά από αυτήν, η μερίδα αυτού προσαυξάνει στους λοιπούς αναλόγως των μερίδων τους. Ειδικότερα, για να λάβει χώρα προσαύξηση στην από διαθήκη διαδοχή, πρέπει να υπάρχει εγκατάσταση περισσοτέρων του ενός και μάλιστα κατ’ αποκλεισμό της εξ αδιαθέτου διαδοχής, να επέλθει έκπτωση ενός των περισσοτέρων κληρονόμων είτε προ της επαγωγής είτε μετά από αυτήν, η οποία επέρχεται και με τον προ της επαγωγής θάνατο του εγκαταστάτου, και να μην υπάρχει αποκλεισμός της προσαύξησης από μέρους του διαθέτου, γιατί οι ορισμοί περί προσαυξήσεως είναι ενδοτικού χαρακτήρα και είναι δυνατή η απαγόρευση αυτής από μέρους του διαθέτη. Τέτοια απαγόρευση μπορεί να είναι όχι μόνο ρητή αλλά και σιωπηρή, πάντως όμως κατά τον τύπο της τελευταίας διατάξεως. Αυτά δεν ισχύουν εφόσον για τους εγκατάστατους τάχθηκαν υποκατάστατοι, γιατί σε περίπτωση ύπαρξης τέτοιας υποκατάστασης, αυτή προηγείται κατ’ άρθρο 1812 ΑΚ της προσαυξήσεως. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, εάν υφίσταται μερική ασάφεια της διαθήκης, κατά την ανέλεγκτη γι’ αυτό κρίση του, αίρει αυτήν με ερμηνεία προς ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις και κατά την υποκειμενική άποψη του διαθέτη, ελεγχόμενο για τυχόν παραβίαση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ, του άρθρου 200 ΑΚ μη έχοντος εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών (ΜονΠρΒερ 30/1996 – εκούσια δικαιοδοσία).
Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, με την υπ’ αριθμ. 30/1996 απόφασή του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δέχθηκε τα ακόλουθα: «Στο Δικαστήριο εκκρεμούν οι κατωτέρω, υπό στοιχεία 1, 3, 4, 5, 6 και 8 αιτήσεις χορηγήσεως κληρονομητηρίου εκ μέρους κληρονόμων του αυτού δικαιοπαρόχου Ε.Κ., που αποβίωσε στη Βέροια στις 31.1.1995. Επειδή όλες οι αιτήσεις δικάζονται κατά την ίδια διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, πρέπει να ενωθούν, και να συνεκδικασθούν, γιατί με τον τρόπο αυτό και διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επιτυγχάνεται μείωση των εξόδων (αρθρ. 246, 741 ΚΠολΔ). 1) Με την κρινόμενη υπ’ αριθ. κατάθεσης 3645/ ΕΜ/214/1995, αίτηση, […] οι αιτούντες ζητούν […] να τους παρασχεθεί κοινό κληρονομητήριο, το οποίο να πιστοποιεί το κληρονομικό δικαίωμα των ανηλίκων Α.Β., Φ.Β., Κ.Β. και τη μερίδα που τους αναλογεί – κατά προσαύξηση λόγω εκπτώσεως του συγκληρονόμου των Κ.Κ. – επί της κληρονομιάς του Ε.Κ., που αποβίωσε στη Βέροια στις 31.1.1995. […] 2) Με την κρινόμενη υπ’ αριθ. κατάθεσης 3888/ ΕΜ/235/1995 κύρια παρέμβαση, κατ’ εκτίμηση αυτής από το Δικαστήριο, οι παρεμβαίνοντες ζητούν, για τους εκτιθέμενους εκεί λόγους, να απορριφθεί η ως άνω (υπό στοιχείο 1) αίτηση των καθ’ ών η κύρια παρέμβαση και να τους παρασχεθεί πολλαπλό κληρονομητήριο, το οποίο να πιστοποιεί το κληρονομικό δικαίωμα των και τη μερίδα που τους αναλογεί επί της κληρονομιάς του Ε.Κ., αφενός εκ διαθήκης και αφετέρου εξ αδιαθέτου (ως προς το τμήμα της κληρονομιάς, από το οποίο εξέπεσε – λόγω προαποβιώσεώς του – ο συγκληρονόμος των Κ.Κ.). [Περιγράφονται τα στοιχεία των λοιπών αιτήσεων και παρεμβάσεων]. […] Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση του περιεχομένου της περιλαμβανόμενης στη με αριθ. 16299/2.9.1989 πράξη του συμβολαιογράφου Βέροιας Γ.Μ. και νόμιμα δημοσιευομένης δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος Ε.Κ, σε συνδυασμό και με τα λοιπά νόμιμα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την αιτούσα έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο παραπάνω αποβιώσας στις 31.1.1995 Ε.Κ., όντας κύριος κινητής και ακίνητης περιουσίας, με την προαναφερόμενη με αριθμό 16299/1989 δημόσια διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του επί δήλων πραγμάτων, 1) την αδελφή του Μ.Κ., 2) τους ανηψιούς του Δ.Χ, Μ.Χ. και Ε.Χ, 3) τον ανηψιό του Ν.Μ, 4) τον ανηψιό του Μ.Δ, 5) τις ανηψιές του Κ.Σ. και Α.Σ, 6) τα εγγόνια της αδελφής του Ε.Β, Κ.Β., Α.Β. και Φ.Β, 7) την εγγονή της αδελφής του Ε.Β., Ε. κόρη Μ.Β, 8) τον εγγονό της αδελφής του Ε.Ο., 9) τον εγγονό της αδελφής του Γ.Λ., 10) τον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων. Με όρο στη διαθήκη ο διαθέτης όρισε ότι οποιαδήποτε άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία ήθελε ευρεθεί στο όνομα του κατά την ημέρα του θανάτου του, να περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στον αδελφό του Κ.Κ., τον οποίο όρισε και εκτελεστή της διαθήκης του. Από τους παραπάνω εγκατάστατους προαποβίωσε του διαθέτη ο Κ.Κ., στις 11.2.1993, ο δε διαθέτης με τις εγκαταστάσεις στην προαναφερόμενη διαθήκη εξήντλησε ολόκληρη την κληρονομιά του, αποκλείοντας την εξ αδιαθέτου διαδοχή, όχι όμως και την προσαύξηση για την περίπτωση της, προ της επαγωγής της κληρονομιάς, έκπτωσης κάποιου των εγκαταστάτων, κατά το σαφές, στο σημείο αυτό, κείμενο της παραπάνω διαθήκης του. Η διαθήκη αυτή είναι σαφής ως προς την εγκατάσταση ως κληρονόμου του προαναφερόμενου διαθέτη, του αδελφού αυτού Κ.Κ., που ζούσε κατά τη σύνταξη αυτής (διαθήκης). Επειδή όμως υπάρχει ασάφεια της διαθήκης, ως προς την, σε περίπτωση έκπτωσης, προ της επαγωγής της κληρονομιάς, του παραπάνω εγκαταστάτου, τύχη της μερίδας, στην οποία εγκαταστάθηκε αυτός, το Δικαστήριο πρέπει να προβεί ως προς το σημείο αυτό σε ερμηνεία αυτής κατά τους όρους του άρθρου 173 ΑΚ. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη στην αναζήτηση της αληθινής, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, βούλησης του διαθέτη, ότι η διαθήκη αυτή δεν διαλαμβάνει τίποτε περί υποκαταστάσεως και ότι ο θάνατος του Κ.Κ. επήλθε ζώντος αυτού (διαθέτη) και, συνεπώς, μολονότι αυτός είχε πλήρη αντίληψη της μεταβολής που επήλθε, παρόλα αυτά δεν μετέβαλε τη διαθήκη του, κρίνει ότι δεν μπορεί να ερμηνευθεί η διαθήκη, ως προς το παραπάνω ασαφές σημείο της, κατά τρόπο που να αποκλείεται η εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 1807 ΑΚ περί προσαυξήσεως. Επομένως, οι αιτούντες των ανωτέρω υπό στοιχεία 5 και 8 αιτήσεων, καθώς και οι κυρίως παρεμβαίνοντες των ανωτέρω υπό στοιχεία 2 και 10 κυρίων παρεμβάσεων, δεν ορίστηκαν από το διαθέτη Ε.Κ. ως υποκατάστατοι κληρονόμοι αυτού για την περίπτωση, κατά την οποία ο αδελφός του τελευταίου Κ.Κ. θα εξέπιπτε με προαποβίωσή του προ της επαγωγής της κληρονομιάς, ως προς το κληρονομικό μερίδιο του οποίου δεν μπορεί να χωρήσει ούτε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με τις περισσότερες εγκαταστάσεις στην ένδικη διαθήκη, ο προαναφερόμενος διαθέτης εξήντλησε ολόκληρη την κληρονομιά του. Μη υφισταμένου, συνεπώς, δικαιώματος υποκατάστασης προηγουμένου κατ` άρθρο 1812 ΑΚ αυτού της προσαυξήσεως, οι μνημονευόμενοι στην προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη ως μόνοι μετά τον εκπεσόντα Κ.Κ. εγκατάστατοι σε όλη την κληρονομιά του διαθέτη έγιναν κληρονόμοι και της μερίδας του εκπεσόντος αυτού εγκαταστάτου και, μάλιστα, αναλόγως της μερίδας που με την διαθήκη καταλείφθηκε σε καθένα από εκείνους, ενώ οι αιτούντες των υπό στοιχ. 5 και 8 αιτήσεων και οι παρεμβαίνοντες των υπό στοιχ. 2 και 10 κυρίως παρεμβάσεων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι εκείνου (Ε.Κ.), κανένα κληρονομικό δικαίωμα δεν απέκτησαν στη μερίδα του εκπεσόντος Κ.Κ. (βλ. ΑΠ 233/1993 ΝοΒ 1994.409, ΑΠ 808/1982 ΝοΒ 1982.674, ΑΠ 638/1978 ΝοΒ 27.408, ΑΠ 474/ 1978 ΝοΒ 27.211, ΑΠ 9/1965 ΝοΒ 13.722, ΕφΘεσ 2360/1990 Αρμ 1990.739, ΕφΠατρ 395/1971 Αρμ 1972.336, ΠολΠρΘεσ 1789/1986 Αρμ 1987.41, Βουζίκα, Κληρ. Δίκ., 1976, τόμ. Β`, σελ. 528 επ., Μπαλή, Κληρ. Δίκ., παρ. 104).».
Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος
e-mail: [email protected]

