Αγωγή περί λογοδοσίας – Σε περίπτωση εταιρείας

Από τη διάταξη του άρθρου 754 παρ. 1 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και επί προσωπικής εταιρίας που έχει νομική προσωπικότητα, όπως είναι η ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 718 και 303 του ίδιου κώδικα, συνάγεται σαφώς ότι ο διαχειριστής εταίρος της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας οφείλει να δώσει λογαριασμό προς τους λοιπούς μη διαχειριστές εταίρους για τη διαχείρισή του. Σε περίπτωση, δε, που ο διαχειριστής εταίρος αρνηθεί να δώσει εκουσίως λογαριασμό για τη διαχείριση που έκανε, υποχρεούται προς τούτο με αγωγή περί λογοδοσίας, η οποία μπορεί να ασκηθεί από τους εκκαθαριστές εταίρους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ, ακόμα στο στάδιο της εκκαθάρισης.

Εξάλλου, με την έννοια των ως άνω διατάξεων των άρθρων 303, 718 και 754 παρ. 1 ΑΚ, η εξουσία της διαχείρισης περιλαμβάνει το σύνολο των δραστηριοτήτων, οι οποίες κατευθύνονται προς την επιδίωξη του εταιρικού σκοπού, μεταξύ των οποίων και την εξουσία του διαχειριστή να λαμβάνει γνώση όλων των εταιρικών υποθέσεων, λογιστικών πράξεων, αλληλογραφίας και διεύθυνσης παραγωγής. Εκ τούτων, παρέπεται ότι στην περίπτωση εταιρείας από δυο (2) συνεταίρους, που και οι δύο (2) είναι διαχειριστές, δεν μπορεί να ασκηθεί αγωγή για λογοδοσία. Σε μια τέτοια περίπτωση, ενδείκνυται ο διορισμός τρίτων ως εκκαθαριστών, οι οποίοι είναι υπόχρεοι σε λογοδοσία κατά το άρθρο 303 ΑΚ, καθώς και σε δικαστική διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης. Το γεγονός, δε, ότι ο ένας από τους συνεκκαθαριστές εταίρους αναλαμβάνει επιπλέον την τήρηση και του ταμείου της εταιρείας καθόλου δε διαφοροποιεί την ως άνω νομική θέση και κατάσταση.

Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, το Εφετείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθμ. 941/1997 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: «Ο εκκαλών στην από 26-03-96 αγωγή του, αντίγραφο της οποίας νομίμως προσκομίζεται, εκθέτει τα ακόλουθα: Με βάση το από 17-06-92 καταστατικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας μεταξύ αυτού αφενός και της πρωτοδίκως εναγόμενης και ήδη εκκαλούσης αφετέρου έχει συσταθεί ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία […], η οποία έχει έδρα στον Πειραιά διάρκεια εξαετή και σκοπό την εισαγωγή και πώληση με κέρδος κάθε είδους γυναικείων ενδυμάτων, εσωρούχων, υποδημάτων και συναφών ειδών. Σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 του ως άνω καταστατικού διαχειριστές της εταιρίας διορίστηκαν τόσο αυτός ο ίδιος, όσο και η εναγόμενη, η οποία επί πλέον διορίστηκε και ταμίας της εταιρίας. Η εναγόμενη με την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια και ταμίας, κατά το διάστημα από 17-06-92, οπότε είχε συσταθεί η εταιρία, μέχρι και τέλους του έτους 1995, δεν τον ενημέρωσε ποτέ για τις εταιρικές υποθέσεις, με αποτέλεσμα αυτός να μη γνωρίζει αν η εταιρία κατά το διάστημα αυτό είχε κέρδη ή ζημίες. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, αφού αναγνωριστεί δικαστικώς η προς λογοδοσία υποχρέωση της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγομένη μέσα σε ορισμένη προθεσμία να τον ενημερώσει για τα εταιρικά θέματα, να θέσει στη διάθεσή του τα δικαιολογητικά πληρωμών και εισπράξεων για το ως άνω χρονικό διάστημα, και τις ετήσιες καταστάσεις ισολογισμού και λογαριασμού «αποτέλεσμα χρήσεως» και να καταδικαστεί η ίδια στα δικαστικά του έξοδα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την πιο πάνω αγωγή με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη, επειδή κι αυτός είναι συνδιαχειριστής […]. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη ο ενάγων, με την υπό κρίση έφεσή του […] για πλημμελή αξιολόγηση του πραγματικού μέρους της αγωγής του και σε σχέση με αυτό για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επιδιώκοντας έτσι την εξαφάνισή της, την παραδοχή καθ’ ολοκληρίαν της αγωγής του ως νόμιμης και βάσιμης και την καταδίκη της εναγομένης στα εν γένει δικαστικά του έξοδα. Επομένως αυτή, εφόσον είναι τυπικώς δεκτή, να εξεταστεί κατά την ίδια διαδικασία για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. […] η αγωγή […] δεν είναι νόμιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του τα ίδια ακριβώς δέχτηκε και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν αξιολόγησε πλημμελώς το πραγματικό μέρος της ένδικης αγωγής και σε σχέση μ’ αυτό δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων του ΑΚ και του ΚΠολΔ, ούτε παραβίασε κάποια άλλη διάταξη του νόμου που να σχετίζεται με τα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης αυτής, όπως αντιθέτως μεν πλην όμως εντελώς αβασίμως υποστηρίζεται στους δύο μοναδικούς λόγους της υπό κρίση έφεσης, της οποίας μάλιστα ο δεύτερος λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Γι’ αυτό η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη στην ουσία […][1].

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: [email protected]

[1] βλ. ΕφΠειρ 941/1997 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Βασ. Βαθρακολοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, 1994, σ. 1012.

Πηγή άρθρου