Δευτέρα - Παρασκευή | 10:00 - 21:00 | ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ Κ. ΣΙΝΤΟΡΗΣ ΜΑΡΙΑ Β. ΤΟΓΕΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Γρηγορίου Λαμπράκη 29, Ηγουμενίτσα

Αγωγή Κακοδικίας κατά Συμβολαιογράφου

Ο Συμβολαιογράφος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, στον οποίο έχει εκχωρηθεί κρατική εξουσία προκειμένου αυτός να προσδίδει αυθεντικότητα στις πράξεις που συντάσσει εξασφαλίζοντας παράλληλα τη διατήρηση, την αποδεικτική δύναμη και την εκλεκτικότητα των σχετικών πράξεων. Ο χαρακτηρισμός, του Συμβολαιογράφου ως «δημοσίου λειτουργού» κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 του Συμβολαιογραφικού Κώδικα (ή ως δημοσίου υπαλλήλου» παλαιότερα κατά το άρθρο 166 του Οργανισμού Δικαστηρίων) σκοπό έχει να εξάρει τη δημόσια σημασία του λειτουργήματός του και τις σημαντικές συνέπειες από την άσκησή του στις νομικές σχέσεις των κοινωνών, και όχι να του προσδώσει την ιδιότητα του «δημοσίου υπαλλήλου» με την τεχνική έννοια του όρου (άρθρο 13α ΠΚ), δεν στοιχειοθετείται δε ευθύνη της Πολιτείας κατ` άρθρο 105 του Εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα. Δια του κύρους, με το οποίο τον έχει περιβάλλει η πολιτεία, ο Συμβολαιογράφος κατοχυρώνει τις συναλλαγές, εξασφαλίζει την οικονομική σταθερότητα και εγγυάται την κοινωνική γαλήνη, προλαμβάνοντας τις δικαστικές έριδες. Ο συμβολαιογράφος ερμηνεύει και εφαρμόζει το νόμο, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα τόσο της Πολιτείας όσο και των δικαιοπρακτούντων. Ενόψει της αποστολής του και προς ορθή εκπλήρωση αυτής υπόκειται σε μία σειρά αυστηρών υποχρεώσεων, τις oπoίες οφείλει να τηρεί απαρέγκλιτα κατά την κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης. Μεταξύ αυτών των υποχρεώσεων συμπεριλαμβάνονται ειδικότερα: α) η υποχρέωση παροχής έγκυρων συμβουλών, έτσι ώστε οι συμβαλλόμενοι να μπορούν να επιλέγουν την νομικά, ηθικά και οικονομικά καταλληλότερη γι’ αυτούς πράξη, β) η υποχρέωση παροχής πλήρων και αληθών πληροφοριών για τις συνέπειες των πράξεων που συντάσσει, έτσι ώστε οι συμβαλλόμενοι να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν με αυτές, γ) η υποχρέωση διαπίστωσης ότι οι συμβαλλόμενοι πράγματι τελούν εν γνώσει των υποχρεώσεων και αποτελεσμάτων που απορρέουν από τις συντασσόμενες πράξεις, δ) η υποχρέωση αμεροληψίας και ανεξαρτησίας τόσο έναντι των άλλων κρατικών οργάνων, όσο και έναντι όλων των προσώπων, των οποίων τις πράξεις περιβάλλει με τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και το κυριότερο η υποχρέωση τήρησης του Νόμου, εκ της οποίας απορρέει και η ειδικότερη υποχρέωση αποφυγής πράξεων ή παραλείψεων που αντιτίθενται στο Νόμο ή στα χρηστά ήθη (βλ. ΕφΠατρ 3/2010, Μαριάννα Παπακυριάκου, «Η δημοσιότητα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και ο συμβολαιογράφο στην Ε.Ε.» ΕΔνη 2007, σελ. 741).

Το έργο του Συμβολαιογράφου δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο του Ιδιωτικού Δικαίου, όπως παραπέμπουν οι όροι «συμβόλαιο» και «συμβολαιογράφος». Επιπλέον αυτός δραστηριοποιείται τόσο ως υπάλληλος του πλειστηριασμού στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης όσο και ως εξωδικαστικό όργανο της εκούσιας δικαιοδοσίας, περιβάλλοντας με τον συμβολαιογραφικό τύπο πράξεις που δεν είναι ιδιωτικές δικαιοπραξίες, αλλά αποτελούν είτε διαδικαστικές πράξεις, όπως λ.χ. οι ένορκες βεβαιώσεις, είτε πράξεις εξωδικαστικής εκούσιας δικαιοδοσίας που μπορεί να μην είναι κατά τη φύση τους δικαιοπραξίες ή διαδικαστικές πράξεις, λ.χ. η διενέργεια σφράγισης, αποσφράγισης και απογραφής (άρθρα 826 επ. ΚΠολΔ).

 Σε περίπτωση που ο Συμβολαιογράφος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ζημιώσει κάποιον από δόλο ή βαριά αμέλεια, ή αρνηθεί αδικαιολόγητα νόμιμη υπηρεσία, γεννάται υποχρέωσή του να αποζημιώσει όσους βλάπτονται από αυτήν την ανωμαλία. Στο πλαίσιο των ανατεθειμένων σ` αυτόν από το Νόμο καθηκόντων, αστική ευθύνη του Συμβολαιογράφου μπορεί να γεννηθεί ειδικότερα από: α) τη σύνταξη πράξεων που αντίκεινται είτε στο Νόμο, λ.χ. πράξεων άκυρων κατά παράβαση του Συμβολαιογραφικού Κώδικα ή άλλων ειδικών νομοθετημάτων, είτε στα χρηστά ήθη, β) την παράβαση της υποχρέωσης παροχής υπηρεσιών, δηλαδή από «αρνησιδικία», γ) την παροχή εσφαλμένων συμβουλών και δ) την παράλειψη λήψης μέτρων ασφαλείας σε σχέση με την φύλαξη των συμβολαίων ή των διακινούμενων λ.χ. χρημάτων, ρευστών η χρεογράφων κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο νομοθέτης λαμβάνοντας υπόψη την ιδιομορφία της παροχής υπηρεσιών του Συμβολαιογράφου (όπως και του Δικηγόρου, του Διαιτητή, του δικαστικού Γραμματέα και του Δικαστικού Επιμελητή), και την ανάγκη απρόσκοπτης εκτέλεσης των ανατεθειμένων σ` αυτόν από το Νόμο καθηκόντων, προέβλεψε στην αποκατάσταση της περιουσιακής υλικής ή ηθικής βλάβης (κατ’ άρθρα 57 και 59 ΑΚ για την προσβολή της προσωπικότητας) που προκάλεσε αυτός, χορηγώντας στον ζημιωθέντα ειδική και αποκλειστική έννομη προστασία που καλείται «αγωγή κακοδικίας». Ο όρος βέβαια «κακοδικία» δεν αφορά μόνο «κακή δίκη», αφού τα λοιπά πρόσωπα πλην των Δικηγόρων και των Διαιτητών, δεν σχετίζονται με τη διεξαγωγή δίκης, αλλά κυρίως με εξώδικες ενέργειες, διατηρήθηκε όμως για λόγους ιστορικούς. Η αγωγή αυτή που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 73 του Εισαγωγικού Νόμου του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 του ν. 693/1977, καθιερώνει το θεσμό της «προσωπικής αστικής ευθύνης», όχι μόνο του Συμβολαιογράφου, αλλά και των υπολοίπων προσώπων που περιοριστικά αναφέρονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, για πράξεις ή παραλείψεις συντελεσθείσες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Συγκεκριμένα με το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ ορίζεται: «1. Αγωγή κακοδικίας κατά Δικηγόρου, Συμβολαιογράφου, Διαιτητή, δικαστικού Γραμματέα και Δικαστικού Επιμελητή υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την Τακτική Διαδικασία. 2. Η αγωγή, που συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 εδάφ, 1 του ΚΠολΔ, πρέπει: α) να περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα. 3. Στην αγωγή επισυνάπτονται: α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα. β) ειδικό πληρεξούσιο στο Δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη. 4. Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις. 5. Δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων. 6. Αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση, για τους ίδιους ή άλλους λόγους και ο ενάγων καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα και μπορεί να καταδικαστεί και σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 205 του ΚΠολΔ». Από το συνδυασμό της διάταξης του ως άνω άρθρου με αυτές των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, με αγωγή κακοδικίας μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση από Δικηγόρο, Συμβολαιογράφο ή Δικαστικό Επιμελητή, λόγω της αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, εάν προκαλείται ζημία στον εντολέα ή τρίτο αντιστοίχως, οφειλόμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια του εναγομένου Δικηγόρου, Συμβολαιογράφου ή Δικαστικού Επιμελητή. Επομένως στοιχεία της αγωγής κακοδικίας κατά των ανωτέρω προσώπων Είναι: 1) αντισυμβατική η παράνομη συμπεριφορά κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά, ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά και 3) δόλος ή βαριά αμέλεια. Για τον προσδιορισμό του στοιχείου του παρανόμου σκοπητέες είναι κυρίως οι διατάξεις που διαγράφουν τος υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εν λόγω δημοσίων λειτουργών και ειδικότερα οι διατάξεις των οργανικών νόμων της υπηρεσίας τους ως ειδική μορφή αδικοπραξίας (βλ. ΕφΠατρ 3/2010, ΕφΛαρ 62/2005, ΕλλΔ/νη 46,1530, ΕφΑθ 434/1991, ΕλλΔ/νη 32, 1646, Γ. Σταθέας, «Αγωγή κακοδικίας κατά Δικηγόρων, Συμβολαιογράφων, Διαιτητών, δικαστικών Γραμματέων και Δικαστικών Επιμελητών-προβλήματα από το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, Δίκη 2005 σελ. 278, Δ. Σακκά, «Αγωγή κακοδικίας κατά Συμβολαιογράφου», Δίκη 2006 σελ. 468 και 471). Βαριά είναι η αμέλεια, όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη προς τα αγαθά των άλλων. Η κρίση δε του Δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το εάν με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμέλεια είναι βαριά (ΑΠ 1911/2013, ΑΠ 1627/2007 ΤΝΠ Νόμος). Η παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων των ως άνω δικαστικών προσώπων από ελαφρά αμέλεια αλλά και οι ενέργειες αυτών που δεν σχετίζονται με τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα υπόκεινται στην εφαρμογή του κοινού Δικαίου (Δ. Σακκά «Αγωγή Κακοδικίας κατά Συμβολαιογράφου» Δίκη 2006, 470). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο Νόμος ορίζει». Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διατάξεως, ο κοινός Νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός θεσπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 1 και 5 ΕισΝKΠoλΔ, κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας κατά Συμβολαιογράφου όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη, που επικαλείται ο ενάγων. Η σύντομη αποσβεστική προθεσμία δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των Συμβολαιογράφων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών, προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι περιορισμοί όμως στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών, αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο που να καταλύουν το δικαίωμα παροχής προστασίας, που καθιερώνεται με την πιο πάνω συνταγματική διάταξη. Έτσι η εν λόγω εξάμηνη προθεσμία συνιστά υπέρμετρο περιορισμό στο σημείο που τοποθετεί την έναρξή της, στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του συμβολαιογράφου και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο εντολέας που ζημιώθηκε. Ο περιορισμός αυτός καθόσον συναρτάται με το χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς δεν είναι αναγκαίος, ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 20/2000, ΕλλΔ/νη 2001/55, Ολ. ΑΠ 18/1999, ΕλλΔ/νη 1999/1290, ΑΠ 1911/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 318/2000, ΕλλΔ/νη 2000/1319, ΑΠ (Συμβ.) 1832/2000, ΝοΒ 49, 702, ΑΠ (Συμβ.) 173/2001, ΝοΒ 49, 1362). Εξάλλου, η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει στο Νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων ή καταστάσεων ή κατηγοριών προσώπων, να προβαίνει σε διαφορετική μεταχείριση, εκτός αν αυτή ανταποκρίνεται σε λόγους γενικότερου (κοινωνικού ή δημοσίου) συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται δικαστικώς. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η θέσπιση εξάμηνης προθεσμίας α) υπό την προϋπόθεση ότι η έναρξη της προθεσμίας τοποθετείται στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα της πράξεως ή της παραλείψεως, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλ` ούτε και στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεως σε Δικαστήριο, β) δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένων των κατά τα άνω ιδιαιτέρων λόγων κοινωνικού ενδιαφέροντος από τους οποίους επιβλήθηκε (βλ. Γ. Διαμαντόπουλου «Αγωγή κακοδικίας εις βάρος Συμβολαιογράφου» ΕΔνη 2012, 932 επ. με τις εκεί παραπομπές). Τέλος, η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του Συμβολαιογράφου. Αντιθέτως, δεν είναι δυνατή ούτε η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914), ούτε η επίκληση του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών από πράξεις ή παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες (Ολ. ΑΠ 18/1999, Ολ. ΑΠ 20/2000, ΑΠ 1911/2013 οπ. αν. ΑΠ 1057/2009). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη υποχρεώνεται να τον αποζημιώσει. Η ανωτέρω διάταξη, κατά την οποία αποτελεί αυτοτελή αδικοπραξία και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά γίνεται από πρόθεση και προκαλεί ζημία, είναι συμπληρωματική της ΑΚ 914 και επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας. Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος) που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου (ΑΠ 900/2011). Τα προβλεπόμενα από το άρθρο 919 ΑΚ χρηστά ήθη είναι έννοια νομική και εξετάζεται αντικειμενικώς, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς, κατά το δίκαιο και κατά την γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτομένου ανθρώπου, σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού, έστω και θεμιτού και χρησιμοποιηθέντων μέσων. Ειδικότερα, αντίθεση στα χρηστά ήθη υπάρχει όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του «χρηστώς και εμφρόνως» σκεπτόμενου ατόμου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το Θετικό Δίκαιο. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου, για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 900/2011). Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από. την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 55/2003). Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 1210/2017, ΑΠ 223/2016, ΑΠ 292/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1652/2006, ΕλλΔ/νη 2007/ 764, ΕΠειρ 91/2016 ΤΝΠ Νόμος).

Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. Δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου