Αγωγή διανομής: δικαίωμα του συγκοινωνού

Σύμφωνα με το άρθρο 802 του ΑΚ κατά τη δικαστική διανομή κάθε κοινωνός δικαιούται να απαιτήσει να του πληρωθούν οι αξιώσεις που έχει από την κοινωνία κατά των άλλων κοινωνών από το μέρος που περιέρχεται με τη διανομή στον οφειλέτη. Γι` αυτή την πληρωμή το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την πώληση αυτού του μέρους με πλειστηριασμό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνην του άρθρου 470 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι στη δίκη διανομής το δικαστήριο προσδιορίζει μεταξύ των άλλων και τις απαιτήσεις κάθε κοινωνού από την κοινωνία αλλά και με τις διατάξεις των άρθρων 788-790 και 794 του ΑΚ που εφαρμόζονται (όπως και το άρθρο 802 του ΑΚ) και στην συγκυριότητα (άρθρο 1113 του ΑΚ), προκύπτει ότι στη δίκη διανομής κοινού ακινήτου ο συγκύριος που έχει ενεργήσει δαπάνες σ’ αυτό δικαιούται να ζητήσει την πληρωμή τους από τους υπόλοιπους συγκυρίους κατά την αναλογία της μερίδας του καθενός και εφόσον οι δαπάνες έγιναν υπό τις προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων, μετά δηλαδή από απόφαση όλων ή της πλειοψηφίας των κοινωνών (συγκυριών) ή δικαστική απόφαση ή και χωρίς τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά μόνον εάν οι δαπάνες έγιναν για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου και για τη συντήρηση του πράγματος κατ` άρθρο 788 παρ. 2 του ΑΚ [1]. Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο συγκύριος μπορεί να ζητήσει τις ανωτέρω δαπάνες στη δίκη διανομής και όταν αυτές έγιναν χωρίς τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, με μόνη τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διοικήσεως αλλότριων (άρθρα 730 επ. του ΑΚ) ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. του ΑΚ), είναι προφανές ότι ο σχετικός ισχυρισμός, για να είναι ορισμένος και να μπορεί να εξετασθεί από το δικαστήριο, πρέπει να αναφέρει ότι συντρέχουν οι τελευταίες αυτές προϋποθέσεις, της διοικήσεως αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε αντίθετη δε περίπτωση, μη αναφοράς δηλαδή των στοιχείων αυτών, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος [2].

Εξάλλου, στοιχεία της αγωγής που ασκεί ο κοινωνός βάσει των διατάξεων για τη διοίκηση αλλότριων ή τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με την οποία επιδιώκει έναντι των λοιπών κοινωνών τα έξοδα που κατέβαλε πέραν της αναλογίας για τη συντήρηση, διοίκηση και χρησιμοποίηση του πράγματος, χωρίς να υπάρξει προηγούμενη απόφαση όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του Δικαστηρίου ή χωρίς τη συνδρομή επικείμενου κινδύνου, που δικαιολογεί τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων για τη συντήρηση του πράγματος, είναι στη μεν πρώτη περίπτωση: (α) η αυθόρμητη ανάληψη της διοικήσεως αλλότριας υποθέσεως, χωρίς τη ρητή εντολή του κυρίου αυτής, (β) η κατά το συμφέρον του κυρίου και κατά την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση αυτού διεξαγωγή της υποθέσεως και (γ) τα γενόμενα έξοδα για την κανονική διεξαγωγή της υποθέσεως [3] και στη δεύτερη περίπτωση: (α) ο πλουτισμός του εναγομένου (β) η επέλευση του πλουτισμού σε βάρος του ενάγοντος και (γ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας [4]. Ειδικότερα, αυτός που με ελεύθερη βούλησή του ωφέλησε άλλον δεν μπορεί, παραβλέποντας την οικειοθελή πράξη του, να ζητήσει την επιστροφή της ωφέλειας [5].

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1103, 325, 326 του ΑΚ και 479 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο συγκύριος τις απαιτήσεις του από την κοινωνία για δαπάνες στο κοινό πράγμα μπορεί να ασκήσει όχι μόνο ανταγωγικά, αλλά και κατ` ένσταση κατά τη συζήτηση της αγωγής διανομής, ασκώντας συγχρόνως και δικαίωμα επίσχεσης ως προς αυτές [6] [7].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

 e-mail: [email protected]

[1] βλ. Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές εμπραγμάτου δικαίου, έκδ. 1989, παρ. 201, σελ. 444, ΑΠ 280/1995 ΕλλΔνη 38. 1117, ΑΠ 1282/1993 ΕλλΔνη 36. 857

[2] ΑΠ 217/2003 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 121/2001 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2001. 229, ΕφΠειρ 942/2000 ΠειρΝομολ 2000. 437

[3] Καυκά , Ενοχικό Δίκαιο, τόμ. Β\ έκδ. 1975, άρθρο 730 παρ. 2, σελ. 4 επ.

[4] ΕφΑΘ 406/2002 ΔΕΕ 2002. 859, ΕφΠειρ 148/1997 ΕλλΔνη 48. 1654, Σταθόπουλου, στον Αστικό Κώδικα Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, τόμος IV, Ειδικό Ενοχικό, άρθρο 904, αριθμ. 118

[5] ΕφΘεσ. 1563/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 148/1997 ό.π.

[6] ΑΠ 507/1070 ΝοΒ 27. 1573, ΕφΠατρ 753/2003 ΑΧΑΝΟΜ 2004 130, ΕφΑΘ 856/2001 ΕλλΔνη 42. 954, ΕφΑΘ 4805/1995 ΕλλΔνη 37. 1619, ΕφΑΘ 4374/1980 ΝοΒ 28. 1234

[7] ΕφΠατρ 51/2023 ΝΟΜΟΣ

Πηγή άρθρου