Δευτέρα - Παρασκευή | 10:00 - 21:00 | ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ Κ. ΣΙΝΤΟΡΗΣ ΜΑΡΙΑ Β. ΤΟΓΕΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Γρηγορίου Λαμπράκη 29, Ηγουμενίτσα

Αφαίρεση άδειας οδήγησης – Προσφυγή κατά της εκτελεστής διοικητικής πράξης – Αίτηση αναστολής (άρθρα 200 ΚΔΔ επ.) – Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου

  • Αρχική
  • Νομικά Νέα
  • Αφαίρεση άδειας οδήγησης – Προσφυγή κατά της εκτελεστής διοικητικής πράξης – Αίτηση αναστολής (άρθρα 200 ΚΔΔ επ.) – Δικηγορικό Γραφείο | Ευγενία Φωτοπούλου

Σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 4 του νέου Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Ν 5209/2025), “Η παράβαση για αυτόν που καταλαμβάνεται να οδηγεί και στερείται ή δεν κατέχει την κατάλληλη άδεια αοδήγησης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του π.δ. 51/2012 ή η άδεια οδήγησής του έχει ανακληθεί ή αφαιρεθεί για οποιονδήποτε λόγο, κατατάσσεται στην κατηγορία Ε4 και στον παραβάτη επιβάλλονται η επί τόπου αφαίρεση της άδειας οδήγησης για ένα (1) έτος, εφόσον κατατάσσεται στην κατηγορία Ε4 και στον παραβάτη επιβάλλονται η επί τόπου αφαίρεση της άδειας οδήγησης για ένα (1) έτος, εφόσον υπάρχει και των στοιχείων κυκλοφορίας του οχήματος, για τριάντα (30) ημέρες καθώς και οι ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις: αα) για μοτοποδήλατα, μοτοσικλέτες, μηχανοκίνητα τρίκυκλα, ελαφρά τετράκυκλα ή τετράκυκλα, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ, αβ) για επιβατηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο επτακοσίων (700) ευρώ, αγ) για επιβατηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης και λεωφορεία, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο χιλίων (1.000) ευρώ, επιπλέον των κυρώσεων του ν. 4070/2012 (Α’82), αδ) για φορτηγά επιβάλλονται τα διοικητικά πρόστιμα και οι κυρώσεις του ν. 3446/2006 (Α’49) στα πρόσωπα που ορίζονται με τις διατάξεις του νόμου αυτού.

β) Επιπλέον των διοικητικών κυρώσεων της περ. α), αυτός που καταλαμβάνεται να οδηγεί όχημα, ενώ η άδεια οδήγησής του έχει αφαιρεθεί για παραβάσεις του παρόντος νόμου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

γ) Όποιος οδηγεί και στερείται ή δεν κατέχει την κατάλληλη άδεια οδήγησης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του π.δ. 51/2012 ή η άδεια οδήγησής του έχει ανακληθεί ή αφαιρεθεί σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 7 και την παρ. 8 του άρθρου 46, την περ. α) της παρούσας και τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 100, τα άρθρα 101 και 110 εάν γίνει υπαίτιος τροχαίου ατυχήματος, με το οποίο επήλθε βαριά σωματική βλάβη ή σημαντική βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις ή θάνατος ή θάνατοι μεγάλου αριθμού ανθρώπων τιμωρείται με τις ποινές των περ. γγ) και δδ) της παρ. 1 του άρθρου 290Α του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’95), περί επικίνδυνης οδήγησης.».

Επιπλέον, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν 1406/1983, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 4 του νόμου 2721/1999, προβλέπεται πως στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τη χορήγηση, ανάκληση ή αφαίρεση άδειας κυκλοφορίας οχημάτων και την επιβολή συναφών κυρώσεων στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τον ΚΟΚ. Έτσι, σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα γνώμη, συνάγεται ότι στις σχετικές με τα αυτοκίνητα διαφορές, που υπήχθησαν ως διοικητικές διαφορές ουσίας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή διατάξεων περί την χορήγηση, ανάκληση ή αφαίρεση άδειας οδήγησης αυτοκινήτου, ως άμεσα συναπτόμενες με τη νομοθεσία που διέπει τη θέση σε κυκλοφορία και τον έλεγχο της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων εν γένει (ΣτΕ 740/2005).

Ακόμη, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Ν2721/1999) προβλέπει στα άρθρα 200 επ., τη δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης της εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και συγκεκριμένα στο άρθρο 200: «Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής.» και στο άρθρο 202: «Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής. […] 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη, β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.».

Στην υπ’ αριθμ. 3759/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το δικαστήριο, σταθμίζοντας αφενός μεν τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνίστανται στην ασφάλεια της κυκλοφορίας τροχοφόρων οχημάτων και πεζών και συναρτώνται με την ανάγκη διασφάλισης της οδικής ασφάλειας οχημάτων και πεζών και, αφετέρου, της σοβαρής και δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης που θα υφίστατο ο αιτών –εκπαιδευτής υποψηφίων οδηγών– σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης (αναστολή λειτουργίας της σχολής οδηγών, απώλεια εισοδήματος και πελατολογίου), κατέληξε στο ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής. Η αναστολή αυτή χορηγήθηκε υπό τον πρόσθετο όρο ότι ο αιτών δεν θα επανατελούσε την ίδια παράβαση καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της.

Αναλόγως, έκρινε και η υπ’ αριθμ. 1859/2014 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής του αιτούντος. Το Δικαστήριο, κατόπιν στάθμισης των λόγων δημοσίου συμφέροντος που ανάγονταν στην εξασφάλιση της ομαλής και ασφαλούς διεξαγωγής της οδικής κυκλοφορίας, και αφού συνεκτίμησε ότι ο αιτών ήταν επαγγελματίας αυτοκινητιστής (οδηγός ταξί), για τον οποίο η εκμετάλλευση του επίμαχου οχήματος αποτελούσε το κύριο –και αποκλειστικό– μέσο βιοπορισμού τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειάς του, έκρινε ότι η αφαίρεση της άδειας οδήγησής του για έξι μήνες θα του προκαλούσε βλάβη μη δυνάμενη να αποκατασταθεί σε περίπτωση ευδοκίμησης της προσφυγής του. Και τούτο, διότι η μη δυνατότητα άσκησης του επαγγέλματός του κατά το χρονικό αυτό διάστημα θα τον καθιστούσε αδύναμο να ανταποκριθεί στις υφιστάμενες και μελλοντικές οικονομικές του υποχρεώσεις.

Εξ αντιδιαστολής, η υπ’ αριθμ. 161/2015 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου (δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) απέρριψε την αίτηση αναστολής του αιτούντος, με την οποία ζητούσε την αναστολή εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων αφαίρεσης της άδειας ικανότητας οδηγού και ακινητοποίησης του οχήματός του, επικαλούμενος ότι η ευδοκίμηση της προσφυγής ήταν απολύτως βέβαιη. Ως λόγους βασιμότητας προέβαλε τη μη κλήση του για παροχή εξηγήσεων πριν από την έκδοση της πράξης, τη μη τήρηση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και την έλλειψη διαπίστωσης της παράβασης. Ουδείς εκ των προβαλλόμενων ισχυρισμών, δεν κρίθηκε προδήλως βάσιμος, καθόσον η εξέτασή τους προϋπέθετε διεξοδική έρευνα του πραγματικού και του διοικητικού φακέλου, καθώς και αξιολόγηση των αποδιδόμενων παραβάσεων βάσει των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας· ζητήματα τα οποία δύνανται να κριθούν αποκλειστικά στο πλαίσιο της δίκης επί της προσφυγής και όχι στο στάδιο της αναστολής (πρβλ. ΣτΕ Ε.Α. 321/2013, ΔΠρΗρ Ν52/2015). Περαιτέρω, η πιθανότητα ευδοκίμησης της προσφυγής δεν συνιστά αφ’ εαυτής λόγο χορήγησης αναστολής εκτέλεσης διοικητικής πράξης (ΔΠρΑθ 517/2008). Επί της ίδιας απόφασης, ο αιτών επιπλέον προέβαλε ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλούσε ανεπανόρθωτη επαγγελματική και οικονομική βλάβη, επικαλούμενος το χαμηλό εισόδημά του, τις υποχρεώσεις διατροφής προς τα τέκνα του και την ανάγκη χρήσης οχήματος για την εποχιακή του εργασία, την οποία τεκμηρίωσε με σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Πλην, όμως, το Δικαστήριο κατέληξε πως: « [..] η παραβιασθείσα από τον αιτούντα διάταξη του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας έχει τεθεί για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ Ε.Α. 108/2005), καθόσον με την αποτροπή οδηγήσεως υπό την επήρεια οινοπνεύματος επιδιώκεται η προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πεζών και οδηγών, χρηστών του οδικού δικτύου, η ασφάλεια των συγκοινωνιών και η ομαλή διεξαγωγή των μετακινήσεων. Εκ του λόγου δε αυτού, επιτάσσεται και η άμεση εκτέλεση των αποφάσεων που επιβάλλουν κυρώσεις στους οδηγούς που καταλαμβάνονται σε κατάσταση μέθης. Συνεπώς, κρίνει ότι, συνεκτιμώμενης και της βλάβης που επικαλείται ότι θα υποστεί ο αιτών, λόγοι υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, του οποίου η εξυπηρέτηση προέχει, επιβάλλουν, στην εξεταζόμενη περίπτωση, την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.»

Τέλος, οι λόγοι που συντρέχουν στο πρόσωπο του προσφεύγοντος και αφορούν την (οικονομική) βλάβη δεν συνεπάγονται και την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και κρίνονται ως απαραδέκτως προβαλλόμενοι στα πλαίσια της προσφυγής, αφού με αυτή ελέγχεται κατά τον νόμο και την ουσία η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη (κατ’ άρθρο 79 το ΚΔΔ). Οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί προβάλλονται παραδεκτώς μόνο στα πλαίσια άσκησης αίτησης αναστολής κατά της πράξης αυτής σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρο 200 επ. ΚΔΔ. (2071/2008 ΔΠΡ Πειραιά, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος

[email protected]

 

Πηγή άρθρου