ΑΑΔΕ: Πώς μπορούν να ρυθμιστούν τα βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο | Νομικά Νέα

  • Αρχική
  • Νομικά Νέα
  • ΑΑΔΕ: Πώς μπορούν να ρυθμιστούν τα βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο | Νομικά Νέα

Ερωτήσεις και απαντήσεις αναφορικά με τις νομοθετικές ρυθμίσεις με τις οποίες δύνανται να ρυθμιστούν τα βεβαιωμένα χρέη στο Δημόσιο περιλαμβάνει το εγχειρίδιο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για φορολογικά θέματα.

Αναλυτικά προβλέπεται:

1. Με ποιες νομοθετικές ρυθμίσεις δύνανται να ρυθμιστούν τα βεβαιωμένα χρέη στο Δημόσιο;

α) Με τη ρύθμιση της υποπαραγράφου Α2 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107), όπως ισχύει, εντάσσονται οι βεβαιωμένες στις Δ.Ο.Υ., τα Ελεγκτικά Κέντρα και τα Τελωνεία οφειλές σε πρόγραμμα ρύθμισης που δεν υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις, ή τις σαράντα οκτώ (48) μηνιαίες δόσεις, εφόσον πρόκειται για οφειλές που βεβαιώνονται από φόρο κληρονομιών, από φορολογικό και τελωνειακό έλεγχο καθώς και για μη φορολογικές και τελωνειακές οφειλές. Σύμφωνα, επίσης, με άρθρο τρίτο της από 28/01/2022 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄14), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4890/2022 (A΄23), οφειλές από φόρο εισοδήματος και πρόστιμα που προκύπτουν από τροποποιητικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για αναδρομικά ποσά συντάξεων προηγουμένων ετών δύνανται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, να ρυθμίζονται σε δύο (2) έως σαράντα οκτώ (48) μηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με την υποπερ. ii της περ. 1α της υποπαρ. Α2 της παρ. Α του άρθρου 1 του ν. 4152/2013 (Α’ 107).

β) Με τη ρύθμιση του άρθρου 293 του ν. 4738/2020 (Α΄207) όπως ισχύει, και ειδικότερα σύμφωνα με την περ. α της παρ. 7 του άρθρου αυτού, σε έως εκατόν είκοσι (120) μηνιαίες δόσεις δύνανται να ρυθμίζονται και οι οφειλές που προέρχονται από επιχειρηματικά δάνεια και δάνεια φυσικών προσώπων, με εκδοθείσες έως και το έτος 2012 υπουργικές αποφάσεις παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 2322/1995 ή παροχής της εγγύησης της εταιρείας με την επωνυμία «Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα ΑΕ» (πρώην «Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης ΑΕ») ή της εταιρείας με την επωνυμία «Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων ΑΕ (ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ)», όπως ισχύουν, τα οποία έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα στα πιστωτικά ιδρύματα έως την 1η Φεβρουαρίου 2023, όπως αναγράφεται στο αίτημα κατάπτωσης των τραπεζών στις αρμόδιες Υπηρεσίες, οι οποίες θα καταχωρισθούν στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μετά την καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής σε πρόγραμμα ρύθμισης σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 293 του ν. 4738/2020, κατόπιν αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής μέσα σε έξι (6) μήνες από την καταχώριση των οφειλών αυτών. Επιπλέον, σύμφωνα με την περ. β της παρ. 7 του άρθρου αυτού, οι οφειλές από τις ως άνω αιτίες που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης πριν την 1η Φεβρουαρίου 2023 και δεν έχουν υπαχθεί στις ρυθμίσεις του άρθρου 293 του ν. 4738/2020 (Α΄207), συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν ενταχθεί στη ρύθμιση του ν. 4152/2013 (Α΄107), δύνανται να υπαχθούν στη ρύθμιση της παρ.7 του άρθρου 293 του ως άνω νόμου μέχρι την 1η Αυγούστου 2023 κατόπιν αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης για την επιδίωξη της είσπραξης οφειλής.

γ) Με τις διατάξεις των άρθρων 4 – 13 του ν. 5036/2023 (Α΄77), ορίζεται ότι βεβαιωμένες οφειλές στις Δ.Ο.Υ./Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ./Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π./ΚΕ.Β.ΕΙΣ., σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4987/2022, Α΄206, Κ.Φ.Δ.), και τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α΄190, Κ.Ε.Δ.Ε.) που δεν τελούν σε καθεστώς ρύθμισης, με την επιφύλαξη της περ. β΄ της παρ. 3 του νόμου αυτού και έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1η.11.2021 και έως και την 1η.2.2023, δύνανται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, να υπαχθούν σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής σε έως και εβδομήντα δύο (72) μηνιαίες δόσεις, εφόσον έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων των Δ.Ο.Υ./Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ./Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π./ΚΕ.Β.ΕΙΣ. μέχρι την ημερομηνία της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και ο οφειλέτης κατά την 1η.11.2021 δεν είχε λοιπές ληξιπρόθεσμες οφειλές ή οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του, στο σύνολό τους, ήταν τακτοποιημένες κατά νόμιμο τρόπο, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτουν οι διατάξεις αυτές. Σχετικές με τις προαναφερθείσες διατάξεις είναι η υπό στοιχεία Α. 1047/2023 (Β΄2293) απόφαση και η υπό στοιχεία Ε. 2026/2023 εγκύκλιος.

δ) Με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 5036/2023 (Α΄77) δίνεται η δυνατότητα στους οφειλέτες που είχαν απωλέσει έως την 1η Φεβρουαρίου 2023 τις ρυθμίσεις τμηματικής καταβολής α) των άρθρων 98 έως 109 του ν.4611/2019 και β) του άρθρου 289 του ν.4738/2020 να επανενταχθούν στο ίδιο καθεστώς ρύθμισης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, κατόπιν αίτησής τους, η οποία υποβάλλεται έως και την 31η Ιουλίου 2023, για την υπολοιπόμενη οφειλή κατά την ημερομηνία της αίτησης και για τον εναπομείναντα αριθμό ανεξόφλητων δόσεων της ρύθμισης. Σχετικές με τις προαναφερθείσες διατάξεις είναι η υπό στοιχεία Α. 1046/2023 (Β΄2293) απόφαση και η υπό στοιχεία Ε. 2027/2023 εγκύκλιος.

2. Σε ποιες περιπτώσεις απόλλυνται οι νομοθετικές ρυθμίσεις;

Απώλεια ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις της Υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄107), , των άρθρων 1-17 του ν. 4321/2015 (Α’ 32), των άρθρων 98-109 του ν. 4611/2019 (Α’ 73), του άρθρου 289 του ν. 4738/2020 και του άρθρου 293 του ίδιου νόμου, όπως ισχύουν.

Η ρύθμιση απόλλυται εάν ο οφειλέτης:

1. Για τη ρύθμιση τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις της Υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, όπως ισχύει. 

• δεν καταβάλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης πέραν της μίας φοράς,

• δεν καταβάλει την τυχόν μία εκπρόθεσμη δόση της ρύθμισης με την αναλογούσα προσαύξηση αυτής (15%) μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης,

• δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης καταβολής των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή τους,

• δεν είναι ενήμερος στις οφειλές του (ατομικές και οφειλές από συνυποχρέωση, συνυπευθυνότητα) από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και μετά, (ανεξάρτητα από την υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης στην οποία έχουν βεβαιωθεί),

• έχει υποβάλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία, προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση. Ως ελλιπής νοείται η μη υποβολή των απαραίτητων ή των τυχόν συμπληρωματικά αιτηθέντων στοιχείων ή πληροφοριών. Για τον σκοπό αυτό διενεργείται δειγματοληπτικά έλεγχος των στοιχείων που υποβάλλονται από τους φορολογούμενους.

2. Για τη ρύθμιση τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 1-17 του ν. 4321/2015, όπως ισχύει.

• δεν καταβάλει μετά την πάροδο του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης τρεις (3) συνεχόμενες δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης για χρονικό διάστημα τριών μηνών, ανεξαρτήτως του αριθμού των δόσεων της ρύθμισης,

• δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, τις οποίες έχει υποχρέωση να υποβάλλει κατά την τελευταία πενταετία, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή,

• έχει ενταχθεί στη ρύθμιση με εσφαλμένες βεβαιώσεις,

• δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις νέες, μετά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση του παρόντος νόμου, οφειλές του, εντός της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους. 

3. Για τη ρύθμιση τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 98-109 του ν. 4611/2019, όπως ισχύουν.

• δεν καταβάλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα,

• δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή,

• δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις οφειλές του, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, εντός διμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους ή εντός διμήνου από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, εφόσον η προθεσμία καταβολής τους έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή,

• μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση, υποπέσει σε παραβάσεις του άρθρου 54 παρ. 1 περ. ι), ια), ιβ), ιε) ή ιστ) ή του άρθρου 58Α παρ. 1 του ν. 4174/2013 καθ’ υποτροπή. Ως υποτροπή νοείται η διαπίστωση με την έκδοση πράξης επιβολής προστίμου εκ νέου διάπραξης οποιασδήποτε παράβασης εκ των ως άνω αναφερομένων από την ένταξη του φορολογούμενου στη ρύθμιση και εφεξής.

• Ειδικά για τον οφειλέτη που επανεντάσσεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 5036/2023 (Α΄77) στη ρύθμιση των άρθρων 98 έως 109 του ν.4611/2019, πέραν των ανωτέρω λόγων απώλειας που εξακολουθούν να ισχύουν, απώλεια της ρύθμισης επέρχεται και αν μετά την παρέλευση ενός (1) μηνός από την επανένταξή του δεν έχει εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις οφειλές που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες κατά την ημερομηνία της επανένταξης,

4. Για τη ρύθμιση τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις του άρθρου 289 του ν. 4738/2020, όπως ισχύει.

• δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών.

• Ειδικά για τον οφειλέτη που επανεντάσσεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 5036/2023 (Α΄77) στη ρύθμιση του άρθρου 289 του ν.4738/2020, πέραν του ανωτέρω λόγου απώλειας που εξακολουθεί να ισχύει, απώλεια της ρύθμισης επέρχεται και αν μετά την παρέλευση ενός (1) μηνός από την επανένταξή του δεν έχει εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις οφειλές που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες κατά την ημερομηνία της επανένταξης.

5. Για τη ρύθμιση τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις του άρθρου 293 του ν. 4738/2020, όπως ισχύει.

• δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα,

• δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις οφειλές του, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, εντός διμήνου από τη λήξη προθεσμίας καταβολής τους ή εντός διμήνου από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η προθεσμία καταβολής τους έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή,

• δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) το αργότερο μηνών από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή.

6. Για τη ρύθμιση τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 4-13 του ν. 5036 /2023 (Α΄77)

• δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών,

• μετά την παρέλευση ενός (1) μηνός από την υπαγωγή στη ρύθμιση, δεν έχει εξοφλήσει ή δεν έχει υπαγάγει σε πάγια ρύθμιση σύμφωνα με την υποπαρ. Α2 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107) ή δεν έχει τακτοποιήσει με άλλο νόμιμο τρόπο το σύνολο των λοιπών ληξιπρόθεσμων οφειλών του που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 του ν.5036/2023 και δεν τελούν σε καθεστώς αναστολής πληρωμής.

3. Σε περίπτωση απώλειας της ρύθμισης μπορεί να ενταχθεί κάποιος εκ νέου;

α) Σε περίπτωση απώλειας της ρύθμισης της υποπαραγράφου Α2 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, όπως ισχύει, επιτρέπεται η υπαγωγή της ίδιας οφειλής ανά οφειλέτη στη ρύθμιση για δεύτερη φορά και για αριθμό δόσεων, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των δόσεων που υπολείπονταν κατά τον χρόνο απώλειας της ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή, για την εκ νέου υπαγωγή απαιτείται η προκαταβολή ποσού διπλάσιου της μηνιαίας δόσης της δεύτερης ρύθμισης. Η προκαταβολή είναι καταβλητέα μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες μέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για δεύτερη ρύθμιση.

β) Όχι για την περίπτωση της ρύθμισης των άρθρων 1-17 του ν. 4321/2015, για την οποία η καταληκτική ημερομηνία αίτησης υπαγωγής ήταν η 15/07/2015.

γ) Σε περίπτωση απώλειας έως την 1η Φεβρουαρίου της ρύθμισης των άρθρων 98-109 του ν. 4611/2019, ο οφειλέτης δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.5036/2023 (Α΄77), να επανενταχθεί στο ίδιο καθεστώς ρύθμισης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, κατόπιν αίτησής του, η οποία υποβάλλεται έως και την 31η Ιουλίου 2023, για την υπολειπόμενη οφειλή κατά την ημερομηνία της αίτησης και τον εναπομείναντα αριθμό ανεξόφλητων δόσεων της ρύθμισης. Η επανένταξη του οφειλέτη στη ρύθμιση συντελείται με την καταβολή, εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και όχι αργότερα από την 31η Ιουλίου 2023, ποσού που αντιστοιχεί στο άθροισμα του ποσού της παλαιότερης ανεξόφλητης δόσης της απολεσθείσας ρύθμισης και του ποσού της τρέχουσας δόσης της ρύθμισης που αναβιώνει.

δ) Όχι για την περίπτωση της ρύθμισης του άρθρου 293 του ν. 4738/2020, για την οποία η καταληκτική ημερομηνία αίτησης υπαγωγής είναι η 07/06/2021.

ε) Σε περίπτωση απώλειας έως την 1η Φεβρουαρίου της ρύθμισης του άρθρου 289 του ν. 4738/2020, ο οφειλέτης δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 5036/2023 (Α΄77), να επανενταχθεί στο ίδιο καθεστώς ρύθμισης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, κατόπιν αίτησής του, η οποία υποβάλλεται έως και την 31η Ιουλίου 2023, για την υπολειπόμενη οφειλή κατά την ημερομηνία της αίτησης και τον εναπομείναντα αριθμό ανεξόφλητων δόσεων της ρύθμισης. Η επανένταξη του οφειλέτη στη ρύθμιση συντελείται με την καταβολή, εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και όχι αργότερα από την 31η Ιουλίου 2023, ποσού που αντιστοιχεί στο άθροισμα του ποσού της παλαιότερης ανεξόφλητης δόσης της απολεσθείσας ρύθμισης και του ποσού της τρέχουσας δόσης της ρύθμισης που αναβιώνει.

στ) Ναι για την περίπτωση της ρύθμισης των άρθρων 4-13 του ν. 5036/2023 (Α΄77), με καταληκτική ημερομηνία αίτησης υπαγωγής την 31/07/2023.

4. Πού υποβάλλεται η αίτηση για υπαγωγή σε πρόγραμμα ρύθμισης;

Η αίτηση υποβάλλεται, εφόσον αυτό υποστηρίζεται, ηλεκτρονικά και κατ’ εξαίρεση στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία της ΑΑΔΕ, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής. Στην περίπτωση συναρμοδιότητας της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, αρμόδια ορίζεται η Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης, ανεξάρτητα του ύψους της ρυθμιζόμενης οφειλής. Η αίτηση για ρύθμιση επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν. 1599/1986. Ειδικότερα, για τη ρύθμιση του άρθρου 293 του ν. 4738/2020, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης που είναι αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής.

5. Πώς καταβάλλονται οι δόσεις των ρυθμίσεων;

Η καταβολή των δόσεων των ρυθμίσεων διενεργείται στους φορείς είσπραξης (Τράπεζες, ΕΛ.ΤΑ.) με τη χρήση μοναδικού ανά ρύθμιση κωδικού, της Ταυτότητας Ρυθμισμένης Οφειλής (ΤΡΟ).

6. Ποιες οι συνέπειες καθυστέρησης μίας δόσης της ρύθμισης;

α) Για τη ρύθμιση των άρθρων 1 έως και 17 του ν. 4321/2015, η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση 0,25%.

β) Για τη ρύθμιση της υποπαραγράφου Α2 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, η καθυστέρηση πληρωμής μίας δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με προσαύξηση 15%.

γ) Για τη ρύθμιση των άρθρων 98 έως 109 του ν. 4611/2019, η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση 2%.

δ) Για τη ρύθμιση του άρθρου 293 του ν. 4738/2020, η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση 0,25%.

ε) Για τη ρύθμιση του άρθρου 289 του ν. 4738/2020, η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση 5%.

στ) Για τη ρύθμιση των άρθρων 4-13 του ν. 5036/2023 (Α΄77), η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση 15%.

Η καθυστέρηση δόσης μπορεί, υπό προϋποθέσεις και κατά περίπτωση, να συνεπάγεται απώλεια των ως άνω ρυθμίσεων.

7. Σε ποιες περιπτώσεις απαιτείται αποδεικτικό ενημερότητας;

Η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας καθίσταται υποχρεωτική στις εξής περιπτώσεις:

α) Για την είσπραξη χρημάτων ή την εξόφληση τίτλων πληρωμής από τον Δημόσιο Τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην κείμενη νομοθεσία, από δημοσίους υπολόγους και από αυτούς που ενεργούν πληρωμές με εντολή ή εξουσιοδότηση των ανωτέρω, εφόσον το ακαθάριστο ποσό για κάθε τίτλο πληρωμής υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, ανά δικαιούχο. Το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται από τον εισπράττοντα στους διενεργούντες την πληρωμή ή την εξόφληση του τίτλου, κατά την πληρωμή ή την εξόφληση αυτού. Τίτλοι πληρωμής που εξοφλούνται με ποσό κάτω των 1.500 ευρώ συμψηφίζονται με τυχόν οφειλές των δικαιούχων, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 75 του του ν. 4978/2022 («Κύρωση Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων» , Α΄190)

β) Για τη σύναψη και ανανέωση συμβάσεων δανείων, πιστώσεων και χρηματοδοτήσεων, γενικά, με τις αναγνωρισμένες στην Ελλάδα τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον χορηγούνται με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, εκτός από εκείνες που χορηγούνται για αποκατάσταση ζημιών που προέρχονται από έκτακτα γεγονότα. Το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται από τον αντισυμβαλλόμενο στην Τράπεζα ή στο Πιστωτικό Ίδρυμα κατά τη σύναψη ή ανανέωση της σύμβασης και κατά την εκτέλεση αυτής από τον εισπράττοντα.

γ) Για τη μεταβίβαση ακινήτου εξ’ επαχθούς αιτίας, γονικής παροχής, δωρεάς ή δια εκούσιου πλειστηριασμού, καθώς και για την εκούσια σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, τη διανομή κοινών ακινήτων, την εκούσια ανταλλαγή ακινήτων και τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση η σύμβαση καταρτίζεται μεταξύ των συγκυριών του ακινήτου ή και τρίτων, ανεξαρτήτως εάν τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ανεγέρσεως. Το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται, αντίστοιχα, από τον μεταβιβάζοντα το ακίνητο ή από τον παρέχοντα τη γονική παροχή ή δωρεά, τον παρέχοντα το εμπράγματο δικαίωμα, τους συγκύριους ή και τον αγοραστή για λογαριασμό του πωλητή στην περίπτωση αυτοσύμβασης, στο συμβολαιογράφο που συντάσσει τη σχετική πράξη, ο οποίος υποχρεούται να μνημονεύει στο κείμενο της πράξης την υπηρεσία έκδοσης του αποδεικτικού, τον αριθμό και την ημερομηνία αυτού.

δ) Για τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς ανάληψης εκτέλεσης δημοσίων έργων ή παροχής υπηρεσιών ή προμηθειών από τον Δημόσιο Τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην κείμενη νομοθεσία. Το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται από τον υποβάλλοντα την προσφορά στην υπηρεσία που υποβάλλεται η προσφορά.

ε) Για την καταβολή των εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των φορέων της ως άνω περίπτωσης α’. Το αποδεικτικό προσκομίζεται στους διενεργούντες την πληρωμή ή την εξόφληση του τίτλου, κατά την πληρωμή ή την εξόφληση αυτού, τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα, όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή. Η έκδοση αποδεικτικού ενημερότητας του εκχωρητή ή ενεχυράσαντα ζητείται, είτε από τον εκδοχέα, είτε από τον ενεχυρούχο δανειστή. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής του, λόγω οφειλών, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο μέχρι του ύψους των βεβαιωμένων χρεών κατά τον χρόνο της απόδοσης αυτών.

στ) Για κάθε άλλη πράξη, συναλλαγή ή ενέργεια για την οποία απαιτείται προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας από τις εκάστοτε εν ισχύ διατάξεις.

8. Ποιες οφειλές λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας;

Όλες οι βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση ληξιπρόθεσμες βασικές οφειλές, συμπεριλαμβανομένων και των οφειλών από συνυποχρέωση/συνυπευθυνότητα του αιτούντα (φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα), εφόσον, υπερβαίνουν τα τριάντα (30) ευρώ, δηλαδή οφειλές βεβαιωμένες προς το Δημόσιο (προς τη Φορολογική Διοίκηση – Δ.Ο.Υ., Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., κ.τ.λ.) και προς τρίτους. 

Πηγή άρθρου