Δευτέρα - Παρασκευή | 10:00 - 21:00 | ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ Κ. ΣΙΝΤΟΡΗΣ ΜΑΡΙΑ Β. ΤΟΓΕΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Γρηγορίου Λαμπράκη 29, Ηγουμενίτσα

Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασικών εκτάσεων στις μη δορυάλω

Οθωμανικές γαίες:

Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, “μούκλια”, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Κατά δε το άρθρο 2, παρ. 1 και 3 του ίδιου ως άνω νόμου “περί γαιών” της 7ης Ραμαζάν, οι γαίες καθαρής ιδιοκτησίας ήταν τεσσάρων ειδών και συγκεκριμένα (παρ. 1): α) τα κείμενα σε χωριά και κώμες οικόπεδα, καθώς και οι γαίες που βρίσκονταν στον περίβολο τους και οι οποίες δεν μπορούσαν να είναι σε έκταση μεγαλύτερες από μισό στρέμμα, θεωρούνταν δε συμπλήρωμα της κατοικίας, β) οι γαίες, οι οποίες αποσπάσθηκαν από δημόσιες γαίες και με την άδεια του ιερού νόμου υπήχθησαν στην αληθινή ιδιοκτησία κάποιου προκειμένου να εξουσιάζονται κατά τους διάφορους τρόπους κυριότητας, γ) οι δεκατιζόμενες γαίες , δηλαδή εκείνες οι οποίες διανεμήθηκαν ως λάφυρα στους πορθητές και δ) οι φορολογούμενες γαίες (χαραδτζηέ – terres tributaires), δηλαδή εκείνες που είχαν μείνει στην κατοχή των μη μουσουλμάνων κατοίκων. Η κυριότητα των καθαρής ιδιοκτησίας γαιών ανήκει στον κύριο αυτών μεταβιβαζομένων κληρονομικώς ως τα λοιπά πράγματα και διεπομένων από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την αφιέρωση, την υποθήκη, τη δωρεά και το δικαίωμα προτίμησης (παρ. 3). Επί των ιδιοκτήτων γαιών εφαρμοζόταν το άρθρο 1194 του οθωμανικού αστικού κώδικα. Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες ή βακουφικές με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα). Ο λόγος γι’ αυτό ήταν ότι κατά το Κοράνιο και το Ιερό Μουσουλμανικό δίκαιο κάθε γη που προερχόταν από κατάκτηση (και ολόκληρη η Οθωμανική Αυτοκρατορία προερχόταν ως επί το πλείστον από κατάκτηση) περιερχόταν στον κυρίαρχο Σουλτάνο ως εκπρόσωπο του Δημοσίου.

Ιδιοκτησιακό καθεστώς γαιών στις νήσους Λέσβο και Χίο:

Κατ’ εξαίρεση στη νήσο Λέσβο (όπως και στη Χίο) οι γαίες υπάγονταν στην κατηγορία των κατά πλήρη κυριότητα εξουσιαζόμενων κτημάτων, δηλαδή “ουρφιμούλκι” ή και με διαφορετική ονομασία “εραζηιμεμλουκέϊ χαραδτζηέ” (μούλκια), δηλαδή γαίες ιδιόκτητες φορολογούμενες. Η διαφοροποίηση αυτή από την υπόλοιπη Ελλάδα οφειλόταν στο γεγονός ότι η νήσος Λέσβος δεν θεωρήθηκε κατακτηθείσα (δορυάλωτος) χώρα, αλλά υπαχθείσα υπό την οθωμανική αυτοκρατορία με σύμβαση “σουλχέν”, αφού οι κάτοικοι της δεν επιθυμούσαν την κυριαρχία των Γενουατών, υπό των οποίων την κατοχή βρισκόταν το νησί κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, και προτίμησαν να μετέχουν της τύχης των υπολοίπων Ελλήνων. Για τον λόγο αυτό απέστειλαν πρεσβεία στον Σουλτάνο ζητώντας να έλθει να καταλάβει το νησί και να εκδιώξει τους Γενουάτες (το νησί καταλήφθηκε το έτος 1462). Ως εκ τούτου αναγνωρίσθηκαν στους κατοίκους της νήσου Λέσβου (όπως και της Χίου) από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κάποια προνόμια και ιδίως το δικαίωμα της πλήρους ιδιοκτησίας των κατοίκων και των Κοινοτήτων επί των ακινήτων.

Κυριότητα Ελληνικού Δημοσίου επί δασών που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν (αείποτε αδέσποτα):

Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 “περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος”, τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστατίδων δυνάμεων 4/16.6.1830, 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. Έτσι περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου της 21-6/3.7.1837 “περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων” περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση “δικαιώματι πολέμου”, ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνική Επανάστασης και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο “δικαιώματι πολέμου” αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο “Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων”, όπου διαλαμβάνεται ότι “Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους“. Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3- 22/1.2.1830 “περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος”, τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστατίδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (“μούλκια”) και τα δικαιώματα εξουσίασης (“τεσσαρούφ”) τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Όπως ήδη εκτέθηκε, λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στα νησιά του Αιγαίου. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου “περί γαιών” ως ιδιωτικές, ανήκουσες στην κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Το ιδιόμορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου αναγνώρισε και ο ίδιος ο νομοθέτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη “Διασάφηση” (αιτιολογική έκθεση με τη σημερινή έννοια) του νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1835 “περί προικοδοτήσεως Ελληνικών Οικογενειών από 26.5/7.6.1835″, όπου γίνονταν αναφορά στο “ιδιότροπο” της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα, κατά το οποίο όλες σχεδόν οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, ενώ άλλες κατέχονται με εμφυτευτικά επί τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώματα.    

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά του Αιγαίου, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα, της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητα τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα “Βακούφια” και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29- 11-1836 “περί ιδιωτικών δασών” αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι “εξουσιάσεως” θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι, για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση όμως εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008). Μετά από αυτά, με βάση τις προηγούμενες παραδοχές, και στα νησιά του Αιγαίου στα οποία ανήκει και η Λέσβος, σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, εφόσον επρόκειτο, όχι για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, αλλά για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Επίσης, στο άρθρο 62 παρ. 1 εδ.β’ του Ν. 998/1979 “Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας” στο οποίο ορίζεται ότι: “Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων, ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου, είτε ως αιτούντος, είτε ως καθ’ ου η αίτησης, και φυσικού ή νομικού προσώπου, όποιος επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρο 74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να απόδειξη την παρ’αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματος του. Κατ’εξαίρεσιν όμως η διάταξις αυτή δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων νήσων, της Κρήτης και των νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων”. Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη (ΑΠ 340/1985), για τη νομοθετική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 567/2020, ΑΠ 695/2018). (ΑΠ2105/2022 NOMOS)

Διαχωρισμός δασών ως ιδιωτικών και αείποτε αδεσπότων-δημοσίων:

Το γεγονός ότι μία έκταση χαρακτηρίζεται εν μέρει ως δασική έκταση και εν μέρει ως χορτολιβαδική δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ως ιδιωτική έκταση, καθόσον το επίδικο ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται στη μη “δορυάλωτη” Λέσβο (ή Χίο), συνεπώς, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών που φέρει (δάσους ή δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης), δεν μπορεί προκαταβολικά να θεωρηθεί δημόσια γαία, με τη λογική ότι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και ότι συνακόλουθα δεν μπορεί και να αποκτηθεί δικαίωμα τεσσαρούφ με το βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Και τούτο διότι είναι διαφορετικό πράγμα η αναζήτηση ενός αείποτε αδέσποτου ακινήτου που συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ιδιομορφίες του εδάφους του δεν αποκλείουν αυτήν την ιδιότητα (που μπορεί να είναι μία βραχώδης έκταση ή ένα δάσος) και το οποίο πράγματι, εφόσον αποδειχθεί ότι υπήρξε αδέσποτο, ανήκει στο δημόσιο και άλλο πράγμα να θεωρείται προκαταβολικά κάθε δασική έκταση ως δημόσια γαία… οι γαίες που απαρτίζουν την ιδιοκτησία των “ιδιωτών” στις μη “δορυάλωτες” περιοχές του Αιγαίου, όπως η Λέσβος, πριν την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας, αμέσως μετά την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας παραμένουν ιδιόκτητες γαίες, ως αποτέλεσμα μιας “προνομιακής κυριαρχικής παραχώρησης”, και δεν περιορίζονται μόνο σε αγρούς, αλλά επεκτείνονται, σύμφωνα με την τότε υπάρχουσα ιδιοκτησιακή κατάσταση, σε κάθε μορφής ακίνητο εξουσιαζόμενο από “ιδιώτες”, είτε είναι δάσος, δασική έκταση, χορτολιβαδική έκταση, διασωθείσα αγροτική έκταση κλπ. Στα εν λόγω ακίνητα μουλκ η επ’αυτών εξουσία και η άσκηση πράξεων νομής, είναι ευρύτερη από αυτήν που απαιτεί το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών (την καλλιέργεια) για να κτηθεί τεσσαρούφ με χρησικτησία, ενώ το εάν ένα ακίνητο στη μη “δορυάλωτη” Λέσβο είναι “αείποτε αδέσποτο” το εάν κάποια ακίνητα μουλκ κατέστησαν στη συνέχεια αδέσποτα, σύμφωνα με τους όρους και τον τύπο του ισχύοντος νομικού καθεστώτος και το εάν το Δημόσιο απέκτησε εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτων, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο αποτελεί ισχυρισμό του Δημοσίου που πρέπει να αποδειχθεί.

Δυνατότητα χρησικτησίας επί των μουλκ:

Επιπλέον σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο στους ιδιώτες παραχωρούνται με τίτλους (ταπιά) από την Πολιτεία από τις δημόσιες γαίες εκτάσεις για συγκεκριμένη χρήση, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της γης που παραχωρείται. Η εξουσία και το δικαίωμα αυτό ονομάζεται “τεσσαρούφ” που στην κυριολεξία σημαίνει “χρήση” και οι δικαιούχοι ονομάζονται “εξουσιαστές”. Στη νήσο Λέσβο όπως και στην Χίο, όπως προαναφέρθηκε, οι κάτοικοι είχαν δικαίωμα κυριότητας και όχι “τεσσαρούφ”, καθόσον εν προκειμένω δεν υφίστατο το καθεστώς των δημοσίων γαιών. Η εξουσίαση των ιδιωτικών εκτάσεων γινόταν δυνάμει τίτλων του Κτηματολογίου. Από το συνδυασμό δε της διατάξεως του άρθρου 1248 του οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσεως της κυριότητας, στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, και εκείνης του άρθρου 1660 του ίδιου οθωμανικού ΑΚ που προβλέπει την 15ετή αποσβεστική παραγραφή των αγωγών υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας, όσο και επί των δημοσίων γαιών. Επομένως δεν υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, είτε τακτική είτε έκτακτη, αφού ο θεσμός αυτός άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από το έτος 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία, με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για τη κτήση του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 147/1914 στις Νέες Χώρες, (μεταξύ των οποίων οι νήσοι Λέσβος και Χίος), οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου “περί γαιών”, οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ’   αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι’ αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Στις Νέες Χώρες από 1.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου, η ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα δε με τις έχουσες εφαρμογή, κατ’ άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη κι αν αυτά ήταν δάση ή δασικές εκτάσεις.

Ειδικότερα, ναι μεν δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μουλκ), όπως το επίδικο, όσο και επί των δημοσίων γαιών, ωστόσο στη νήσο Λέσβο (και Χίο) το οθωμανικό, δίκαιο ίσχυσε μέχρι και την απελευθέρωση του νησιού, στις 8.11.1912, και εν συνεχεία και μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (δηλαδή μέχρι και 23.2.1946) ίσχυσε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Συνεπώς, δεν υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία (είτε τακτική είτε έκτακτη), αφού ο θεσμός αυτός άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από του έτους 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία (άρθρα 1 και 2 Ν. 147/1914) και ως εκ τούτου από το 1914 έως 23.2.1946 μπορούσε κάποιος να αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έχοντας στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, επί 30 έτη και με καλή πίστη ακίνητο ελεύθερης ιδιοκτησίας.

 Τέλος, στην περίπτωση αυτή του μαχητού υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η.9.1915 εφόσον πρόκειται για δημόσιο κτήμα, όχι όμως και όταν δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο αλλά ενάγει το Δημόσιο επειδή του αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού, οπότε αρκεί να επικαλείται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπο του έως την άσκηση της αγωγής ή στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του έως το χρόνο της μεταβιβαστικής της κυριότητας σύμβασης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής δεν απαιτείται να επικαλεσθεί ο ενάγων ότι η χρησικτησία συμπληρώθηκε έως και την 11η.9.1915, ακόμη και όταν το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του διότι, η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.2015 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 643/2017). (ΑΠ713/2023 NOMOS)

 

(ΑΠ 2105/2022, ΜΠρ Μυτιλήνης 219/1999 NOMOS: Λέσβος, ΑΠ 713/2023 NOMOS: Χίος)

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου