Η αντικειμενική ευθύνη την οποία καθιερώνει ο ν. ΓπΝ/1911 συνδέεται με τη συνδρομή ορισμένης σχέσεως του προσώπου προς το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Η σύνδεση αυτή καθορίζεται ευθέως από τον νόμο. Η θεμελιώδης αυτή σχέση για τη δημιουργία της ευθύνης είναι είτε νομική (ιδιοκτήτης), είτε πραγματική (κάτοχος, οδηγός του αυτοκινήτου, πρόσωπο που κατά τρόπο αυτογνώμονα κατέλαβε το πράγμα). Ο ανωτέρω νόμος, σε αντίθεση με τον οδηγό ορίζει την έννοια του κατόχου αυτοκινήτου με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα βασικά στοιχεία του κατόχου είναι η κατοχή του αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος κατά κυριότητα ή δυνάμει συμβάσεως και η εκμετάλλευσή του στο δικό του όνομα. Η απλή και μόνο κατοχή του Αστικού Κώδικα (ΑΚ975) δεν ταυτίζεται με την έννοια της κατοχής του άρθρ. 2 παρ. 2 του ν. ΓπΝ/1911. Απαιτείται εκμετάλλευση του αυτοκινήτου από τον ιδιοκτήτη ή από τρίτο πρόσωπο δυνάμει συμβάσεως με τον ιδιοκτήτη.
Η νομολογία των δικαστηρίων μας πολλές φορές έχει απασχοληθεί με το παραπάνω θέμα. Στην περίπτωση της εκμισθώσεως γίνεται διάκριση αν αυτή προέρχεται από επιχείρηση η οποία μέσα στα πλαίσια της σχετικής δραστηριότητας που αναπτύσσει έναντι ανταλλάγματος νοικιάζει σε τρίτους αυτοκίνητα ή αν η εκμίσθωση δε γίνεται από τέτοια επιχείρηση. Η πρώτη κατηγορία, σε αντίθεση με τη δεύτερη, αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο αριθμό περιπτώσεων. Η πλέον πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου η οποία σαφώς έλαβε θέση στο θέμα δέχεται ότι κάτοχος δε γίνεται ο μισθωτής, αλλά τέτοια μένει η ίδια η εκμισθώτρια επιχείρηση. Αν η επιχείρηση ασκείται από αφανή εταιρία, ο χαρακτήρας του κατόχου αρμόζει στην αφανή εταίρο που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο και τούτο γιατί η εταιρεία αυτή στερείται νομικής προσωπικότητας. Δεν έχει σημασία η χρονική διάρκεια της μισθώσεως. Η παλαιότερη νομολογία των δικαστηρίων την οποία αμφισβήτησε η εκμισθώτρια εταιρία θεωρούσε ότι ο μισθωτής γίνεται κάτοχος. Στη νεότερη όμως νομολογία τονίζεται ότι το χρησιμοποιούμενο μίσθωμα είναι αντίστοιχο με τα καθοριζόμενα από ένα σε άλλο άτομο. Την ίδια θέση έχει λάβει και το Εφετείο Αθηνών σε περίπτωση της ιδιότητας ως κατόχου για διάστημα τριών μηνών.
Αντίθετα, με το Ν. 1665/1986 ρυθμίστηκε στην Ελλάδα η χρηματοδοτική μίσθωση (Leasing). Στη σύμβαση αυτή μία από τις υποχρεώσεις του μισθωτή αναφέρεται σε επιδιόρθωση της βλάβης του πράγματος με δικά του έξοδα και στην αντικατάστασή του με άλλο ισάξιο σε περίπτωση καταστροφής ή απωλείας του. Έτσι η ενισχυμένη θέση του μισθωτή τόσο από άποψη υποχρεώσεων όσο και δικαιωμάτων επιβάλλουν το χαρακτηρισμό του ως κατόχου κατά την έννοια του άρθ. 4 Ν. ΓΠΝ/1911. Ο εκμισθωτής του αυτοκινήτου διατηρεί απλώς την ιδιότητα του κυρίου. (ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, ΑΘΑΝ. Γ. ΚΡΗΤΙΚΟΥ, 3η έκδοση, Αθήνα 1998).
Σύμφωνα λοιπόν με την υπ’ αριθμόν 583/2015 απόφαση του Δ΄ Πολτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, αναφορικά με την εκμίσθωση αυτοκινήτου: «Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 § 2 του Ν. ΓπΝ/1911 “Περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης”, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 114 ΕισΝΑΚ, “κάτοχος αυτοκινήτου θεωρείται πας ο κατά τον χρόνο του ατυχήματος κατέχων το αυτοκίνητον, είτε κατά κυριότητα είτε εκ συμβάσεως, εκμεταλλευόμενος δ’ αυτό εν ιδίω ονόματι ως και ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος της κατοχής αυτοκινήτου και χρησιμοποιών τούτο καθ’ οιονδήποτε τρόπον”. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ιδίου ως άνω νόμου “δια πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρ. 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης εν η περιπτώσει είναι τοιούτος άλλος ή ο κάτοχος ενέχεται μόνον μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, το οποίον παραχωρών εις το ζημιωθέν πρόσωπον, δύναται κατά την κρίσιν του δικαστηρίου να απαλλαχθή κατά πάσης άλλης αποζημιώσεως. Πλειόνων κατόχων ή ιδιοκτητών αυτοκινήτου η ευθύνη κανονίζεται κατά το άρθρο 9 του παρόντος νόμου”. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 9 εδάφ. β’ του εν λόγω νόμου “υπαρχόντων πλειόνων υποχρέων, έκαστος αυτών ευθύνεται ανεξαρτήτως του άλλου, δι’ ο ποσόν κατεδικάσθη, ο δε δικαιωθείς δεν δύναται να λάβη εξ όλων ομού πλέον του ποσού της μεγαλυτέρας καταδίκης, τηρουμένου μεταξύ τούτων του δικαιώματος της αναγωγής κατά τας αρχάς του Αστικού Δικαίου”. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενόψει και του σκοπού του εν λόγω νόμου, που απέβλεψε στην αυξημένη και αντικειμενική ευθύνη του κατέχοντος αυτοκίνητο, ως του τιμήματος αυτού για την έναντι των κινδύνων από τη λειτουργία του απόλαυση των ωφελειών του αυτοκινήτου, προκύπτει ότι ως κάτοχος του αυτοκινήτου δεν θεωρείται ο κατά τις διατάξεις του ΑΚ κάτοχος, δηλαδή εκείνος που ασκεί απλώς την φυσική εξουσία επ’ αυτού (ΑΚ 974) αλλά εκείνος που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο ως ιδιοκτήτης (κύριος ή επικαρπωτής) ή ο δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκινήτου δυνάμει σύμβασης μετά του κυρίου (λ.χ. μίσθωσης, χρησιδανείου, εταιρίας). Εισάγεται δηλαδή για τον καθορισμό της έννοιας του κατόχου, το στοιχείο της εκμετάλλευσης υπό την έννοια της αποκομιδής από τη λειτουργία του αυτοκινήτου οικονομικού οφέλους, είτε υπό τη μορφή κέρδους, είτε υπό τη μορφή εξυπηρέτησης διαφόρων αναγκών του κατόχου (Ολ.ΑΠ 3/1987 ΝοΒ 1988. 71). Ειδικότερα, στην περίπτωση εκμίσθωσης αυτοκινήτου, δηλαδή παραχώρησης της χρήσης έναντι ανταλλάγματος σε τρίτο πρόσωπο από αυτόν που έχει το σχετικό δικαίωμα, πρέπει να γίνεται διάκριση αν αυτή (εκμίσθωση) προέρχεται από επιχείρηση η οποία μέσα στα πλαίσια της σχετικής δραστηριότητας που αναπτύσσει έναντι ανταλλάγματος νοικιάζει σε τρίτους αυτοκίνητα ή αν η εκμίσθωση δεν γίνεται από τέτοια επιχείρηση. Σε περίπτωση δε που η εκμίσθωση γίνεται από κατά τα άνω επιχείρηση κάτοχος δεν γίνεται ο μισθωτής, αλλά τέτοια μένει η ίδια η εκμισθώτρια επιχείρηση και κατά το χρόνο που χρησιμοποιείται τούτο (αυτοκίνητο) από τον μισθωτή, χωρίς να έχει σημασία η χρονική διάρκεια για την οποία συμφωνήθηκε η εκμίσθωση. Αν, όμως, η εκμίσθωση δεν γίνεται από τέτοια επιχείρηση αλλά από εκείνον που έχει το σχετικό δικαίωμα και ο οποίος είναι συνήθως ο κύριος ή ο επικαρπωτής, τότε και λαμβανομένου υπόψη ότι το θέμα του κατόχου αφορά περισσότερο οικονομική και πραγματική σχέση και λιγότερο νομική, θα πρέπει, για τον χαρακτηρισμό του μισθωτή ως κατόχου κατά την έννοια του άρθρου 4 του Ν. ΓπΝ/1911 (ήτοι του υποχρεούμενου σε αποζημίωση), να συνεκτιμηθούν όλες οι κατά το χρόνο του ατυχήματος συντρέχουσες περιστάσεις και ειδικότερα ποίος αντλεί τα ωφελήματα από τη λειτουργία του αυτοκινήτου, έχει τη δυνατότητα πραγματικής διάθεσης αυτού (χρήση, διεύθυνση, έλεγχο) και βαρύνεται με τα έξοδα της συντήρησης και λειτουργίας του (ήτοι πληρωμής ασφαλίστρων, τελών κυκλοφορίας, δαπανών στάθμευσης, δηλαδή parking, βενζίνης κ.λπ.). Περαιτέρω, με το άρθρο 593 ΑΚ ρυθμίζεται το δικαίωμα του μισθωτή να υπεκμισθώσει το μίσθιο ή να παραχωρήσει τη χρήση του σε άλλον, πράγμα το οποίο (υπεκμίσθωση του μισθίου από το μισθωτή ή παραχώρηση της χρήσης του) δύναται αυτός να ασκήσει ελευθέρως, εκτός αν του απαγορεύθηκε με αντίθετη συμφωνία. Είναι δε η υπομίσθωση νέα σύμβαση μίσθωσης μεταξύ του μισθωτή επέχοντος τη θέση του “εκμισθωτή” και του νέου μισθωτή ως “υπομισθωτή”. Εξάλλου, στα πλαίσια του ως άνω άρθρου 2 § 2 του Ν. ΓπΝ/1911 κρίσιμος είναι ο καθορισμός του προσώπου του κατόχου κατά το χρόνο του ατυχήματος. Κατά το χρόνο αυτό δεν είναι απαραίτητο κάτοχος να είναι ένα και μοναδικό πρόσωπο. Είναι δυνατόν όλα τα στοιχεία του νόμου να συντρέχουν σε περισσότερα πρόσωπα, οπότε τα πρόσωπα αυτά είναι συγχρόνως κάτοχοι (συγκάτοχοι). Πρακτική σημασία της ύπαρξης περισσοτέρων συγκατόχων ενός και του ιδίου αυτοκινήτου είναι η θεμελίωση ευθύνης σε βάρος αμφοτέρων σε περίπτωση ατυχήματος, οπότε, ανεξάρτητα από το ποίος από τους κατόχους οδηγούσε κατά τη στιγμή του ατυχήματος, οι περισσότεροι συγκάτοχοι ευθύνονται ο καθένας εις ολόκληρον. Τούτο δε, δηλαδή η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός κατόχων και η εις ολόκληρον ευθύνη εκάστου τούτων, προκύπτει από το ως άνω άρθρο 4 εδάφ. τελευταίο του προαναφερόμενου Ν. ΓπΝ/1911 όπου ρητώς ορίζεται ότι ” … Πλειόνων κατόχων ή ιδιοκτητών του αυτοκινήτου η ευθύνη …”».
Αντίθετα δε, σύμφωνα δε με την υπ’ αριθμόν 42/2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με την χρηματοδοτική μίσθωση (Leasing): «Με το ν. 1665/1986 «Περί συμβάσεων χρηματοδοτικής μισθώσεως» καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως. Με τον όρο αυτό αποδόθηκε στα ελληνικά ο διεθνώς γνωστός όρος «Leasing», ένας σύγχρονος οικονομικονομικός θεσμός. Με τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 του νόμου αυτού, όπως τα τρία πρώτα από αυτά ισχύουν μετά την αντικατάσταση ή τη συμπλήρωσή τους, με το άρθρο 11 παρ. παρ. 1 έως 6 του ν. 2367/1995» ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι, με τη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως, για τη σύναψη της οποίας, απαιτείται έγγραφο, ως συστατικός τύπος, η εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια τέτοιων εργασιών και μετά από ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, υποχρεούται να παραχωρεί, έναντι μισθώματος, τη χρήση πράγματος κινητού ή ακινήτου ή και των δύο μαζί, που προορίζεται αποκλειστικώς για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του αντισυμβαλλομένου της, παρέχοντας σε αυτόν, συγχρόνως, το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να ορίσουν ότι, το δικαίωμα της αγοράς μπορεί να ασκηθεί και πριν από τη λήξη του χρόνου της μισθώσεως. Η διάρκεια της χρηματοδοτικής μισθώσεως είναι πάντοτε ορισμένη και δεν μπορεί να συμφωνηθεί μικρότερη από τρία (3) έτη για τα κινητά. Με το θεσμό της χρηματοδοτικής μισθώσεως δημιουργήθηκε μία νέα μορφή οικονομικής δραστηριότητας, κατά την οποία, ένας κεφαλαιούχος διαθέτει κεφάλαια για την απόκτηση ορισμένων αγαθών, τα οποία, στη συνέχεια, εκμισθώνει, φροντίζοντας, μάλιστα, ώστε, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους να καθορισθούν από αυτόν, που θα τα χρησιμοποιήσει, δηλαδή, από τον μελλοντικό μισθωτή, ο οποίος, έτσι, θα αποκτήσει τη χρήση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας για το επάγγελμα ή την επιχείρησή του, επιλογής του ίδιου, χωρίς να προβεί στην άμεση εκταμίευση σημαντικών κεφαλαίων για την απόκτησή τους. Συνήθως, η εκμισθώτρια εταιρεία αγοράζει, χάριν του μισθωτή, το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενος μισθωτής, καθισταμένη, ουσιαστικώς, οικονομική κυρία αυτού, χωρίς, όμως, να έχει το πράγμα στην κατοχή της ή να ενδιαφέρεται να το αποκτήσει, ενόψει του ότι, αυτή (εκμισθώτρια) ενδιαφέρεται, μόνο, για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου και του κέρδους της, που λαμβάνει χώρα με το μίσθωμα, σε αντίθεση προς τη μίσθωση πράγματος (άρθρο 574 επ. του ΑΚ), όπου το πράγμα προϋπάρχει στην κυριότητα του εκμισθωτή, ο οποίος το απέκτησε, το χρησιμοποιεί και το διαθέτει για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του. Αντικείμενο χρηματοδοτικής μισθώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του προεκτεθέντος ν. 1665/1986, μπορεί, μεταξύ άλλων, να αποτελέσει και το αυτοκίνητο. Στη χρηματοδοτική αυτή μίσθωση, ο μισθωτής αναλαμβάνει, με τη σύμβαση, τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής, απώλειας ή βλάβης του πράγματος. Αυτό σημαίνει ότι, στις περιπτώσεις αυτές, είναι υποχρεωμένος να αντικαταστήσει το μίσθιο πράγμα με άλλο ίσης αξίας ή να το επιδιορθώσει με δικά του έξοδα. Η νομική θέση του μισθωτή μοιάζει με τη θέση του αγοραστή, που έχει αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος. Ενόψει της νομικής αυτής θέσεως του μισθωτή, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι, σε περίπτωση ολικής καταστροφής του πράγματος, για την οποία ευθύνεται τρίτος, τη σχετική αξίωση αποζημιώσεως έχει, όχι, ο εκμισθωτής του αυτοκινήτου, ο οποίος διατηρεί, απλώς, την ιδιότητα του κυρίου, αλλά, ο μισθωτής, ο οποίος, από πλευράς υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, χαρακτηρίζεται, ως «κάτοχος», κατά την έννοια του άρθρου 4 του ν. ΓπΝ/1911. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση επισκευάσιμης ζημίας. Δηλαδή, τη δαπάνη αποκαταστάσεως αυτής, ως και την αποζημίωση για τη μείωση της εμπορικής αξίας του πράγματος (αυτοκινήτου), δικαιούται να απαιτήσει από τον ζημιώσαντα τρίτο, ο μισθωτής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το ν. 2367/1995: «Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορούν να συνάπτουν ως εκμισθωτές μόνο ανώνυμες εταιρείες με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια εργασιών του άρθρου 1 αυτού του νόμου. Για τη σύσταση των εταιρειών αυτών απαιτείται και ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως…». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ο κάτοχος ενός κινητού πράγματος, δυνάμει συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, δεν είναι δυνατόν, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, να συνάψει σύμβαση χρηματοδοτικής υπεκμισθώσεως, ως υπεκμισθωτής, αυτή τη φορά, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 1665/1986, κυρίως, ως προς το πρόσωπο του εκμισθωτή και, επειδή τα μέρη δεν επιδιώκουν με αυτήν κάποιο χρηματοδοτικό σκοπό, στην περίπτωση, δε, τέτοιας μισθώσεως, πρόκειται για απλή και, όχι, για χρηματοδοτική μίσθωση (ΑΠ 1433/2021 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).»
Έλενα Ψαρρού
Δικηγόρος

