Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ «όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή». Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ’ αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η ρυθμιζόμενη από την έννομη τάξη βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό. Επομένως, για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο, δε, υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές με αυτό, παρούσες ή μέλλουσες, δικαστικές διενέξεις και μάλιστα, οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 102/2022 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Το έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), πρέπει να είναι άμεσο και παρόν. Ειδικότερα, αυτό πρέπει να είναι α) άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, πρέπει να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο βοήθημα για την εξάλειψη της αβεβαιότητας, που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του και β) παρόν, υπό την έννοια ότι η ανάγκη δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά, δηλαδή, σε έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. Ο κίνδυνος δηλαδή, για τα συμφέροντα του αιτούντος δικαστική προστασία με την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής, μπορεί να εξαρτάται και από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, το δικαίωμα όμως του οποίου ζητείται η προστασία με την εν λόγω αγωγή πρέπει να είναι κεκτημένο και όχι μελλοντικό και ενδεχόμενο. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσεως, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο (ΑΠ 66/2022 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, την αρνητική αναγνωριστική αγωγή νομιμοποιείται να εγείρει εκείνος που έχει άμεσο έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης, για, δε, την πληρότητα του δικογράφου της αρκεί μόνη η με αυτήν (αγωγή) αντιτασσόμενη από τον ενάγοντα γενική άρνηση των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το προβαλλόμενο από τον εναγόμενο δικαίωμα. Το έννομο συμφέρον, όμως, όπως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας [ΑΠ 1815/2022 – Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Ο υπερασπιστικός χαρακτήρας της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής έναντι της εξώδικης καύχησης του εναγομένου, ανάγει σε ιστορική της βάση τις αντιρρήσεις που βάλλουν κατά της ύπαρξης της επίδικης έννομης σχέσης και θα απάρτιζαν το αμυντικό οπλοστάσιο του εναγομένου μίας αντίστοιχης θετικής αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής [βλ. Μακρίδου, Αόριστη αγωγή σ. 32 επόμ.]. Οι αντιρρήσεις αυτές μπορεί να συνίστανται: α) στην καθολική άρνηση κάθε νοητού κατά νόμο παραγωγικού λόγου (γενική άρνηση), β) στην άρνηση μίας, περισσότερων ή όλων των δικαιογόνων προϋποθέσεων ορισμένου δικαιοπαραγωγικού κανόνα (ειδική άρνηση), είτε γ) στην επίκληση δικαιοκωλυτικών, δικαιοφθόρων ή δικαιοανασταλτικών περιστατικών. Επομένως, υποστηρίζεται ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως δικαιοανασταλτικό περιστατικό, μπορεί να προβληθεί και επιθετικά στα πλαίσια έγερσης αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, με αίτημα την αναγνώριση της ανυπαρξίας οφειλής του ενάγοντος (ΕφΠειρ 120/2024 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος
e–mail: info@efotopoulou.gr

