Δευτέρα - Παρασκευή | 10:00 - 21:00 | ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ Κ. ΣΙΝΤΟΡΗΣ ΜΑΡΙΑ Β. ΤΟΓΕΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Γρηγορίου Λαμπράκη 29, Ηγουμενίτσα

1984ΑΚ – Εκποίηση δήλου σε περίπτωση εγκατάστασης κλ

Σύμφωνα με παγιωμένη πλέον άποψη στη θεωρία και τη νομολογία, η υπ’ αριθμόν 1984 παρ. 1 διάταξη του Αστικού Κώδικα που προβλέπει την ακυρότητα της κληροδοσίας, σε περίπτωση εκποίησής της (οιονεί ανάκληση), δεν εφαρμόζεται επί των εγκαταστάσεων επί δήλου. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διάταξη της διαθήκης πρέπει να θεωρηθεί ως μία «διανεμητική διάταξη», που στοχεύει όχι στο συγκεκριμένο δήλο αντικείμενο, αλλά στην διατήρηση του ποσοστού της κληρονομικής μερίδας του εγκαταστάτου επί της κληρονομίας, είτε με αντικατάσταση του δήλου – όπου αυτό είναι εφικτό, όπως εν προκειμένω -, είτε στην ανεύρεση του κληρονομιαίου ποσοστού του δήλου επί της σύνολης κληρονομίας και την συνακόλουθη διεκδίκησή του από τα κληρονομικά μερίδια των λοιπών κληρονόμων.

Κατωτέρω παρατίθενται αποσπάσματα της νομικής θεωρίας και νομολογίας που ενισχύουν το επιχείρημά μου αυτό:

ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ:

«5. Εγκατάσταση κληρονόμου σε δήλα που δεν ανήκουν στην κληρονομία: Αν το δήλο, κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη, δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της περιουσίας του, επειδή αυτός το είχε ήδη εκποιήσει ( με πράξη που δεν συνιστά ανάκληση διαθήκης κατ’ ΑΚ 1763-1766) ή εξέλιπε για άλλους λόγους (καταστροφή, ένωση, ανάμιξη επεξεργασία, μετάπλαση), η κληρονομική εγκατάσταση δεν καθίσταται καταρχήν κενή περιεχομένου και ανίσχυρη, εκτός αν συνάγεται ερμηνευτικά αντίθετη βούληση του διαθέτη. Πραγματικά, και σε αντίθεση με την κληροδοσία (που δημιουργεί ειδική διαδοχή), η εγκατάσταση αυτή συνεπάγεται καθολική (και ως προς τα χρέη της κληρονομίας) διαδοχή και δεν είναι δυνατό να εφαρμοσθεί σ’ αυτήν αναλογικά ο κανόνας της ΑΚ 1984 § 1.» (Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Άρθρο 1800, παρ. 26).

«9-       Εκποίηση κληροδοτηθέντος: Η από το διαθέτη εκποίηση του κλη- ροδοτηθέντος αντικειμένου δεν επιφέρει ανάκληση της για την κληροδοσία διάταξης της διαθήκης και αν ακόμη η εκποίηση αυτή έγινε με πρόθεση ανάκλησης της κληροδοσίας. Ας σημειωθεί ότι η ΑΚ 1484 § 1 εδ α’ έχει εφαρμογή μόνον επί κληροδοσίας, όχι και σε εγκατάσταση επί δήλου πράγματος. Επομένως επί τέτοιας εγκατάστασης, η από το διαθέτη εκποίηση του δήλου πράγματος δεν αποτελεί στην ουσία ανάκληση της εγκατάστασης του κληρονόμου.» (Βασίλης Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1763, παρ. 9).

«12-      Εκποίηση δήλου αντικειμένου: Αν κατά το θάνατο του διαθέτη το δήλο αντικείμενο εξέλιπε για οποιοδήποτε λόγο (εκποίηση, καταστροφή, ανάμιξη, επεξεργασία, μετάπλαση κλπ), η κληρονομική εγκατάσταση δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου και ανίσχυρη, εκτός αν προκύπτει από ερμηνεία αντίθετη βούληση του διαθέτη. Έτσι, δεν επέρχεται ματαίωση της εγκατάστασης. Έτσι, αν έχουν εγκατασταθεί περισσότερα σε δήλο ως μόνοι κληρονόμοι, το μερίδιο του εγκαταστατού στο δήλο που εκποιήθηκε ή για άλλο λόγο εξέλιπε, είτε επεκτείνεται στο αδιάθετο μέρος της κληρονομιάς (1802 ΑΚ) είτε και προσαυξάνει ανάλογα με ποσοστά στις μερίδες των άλλων εγκαταστατών που τυχόν εξέπεσαν (1807 ΑΚ). […]» (Βασίλης Βαρθακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1800, παρ. 12).

«Το άρθρο 1984 § 1 εφαρμόζεται μόνο στην κληροδοσία, η οποία δημιουργεί ειδική διαδοχή και όχι στην περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου επί δήλου, αν στην συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατό του εκποίησε το δήλο πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της κληρονομίας του (ΑΠ 715/2015 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). […] Επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποιήσεως του δήλου, υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο (ποσότητα χρημάτων, απαίτηση κατά τρίτου κλπ.), η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 1982 § 2, 1984 § 3, 1987 § 2 και 1988 ΑΚ (ΑΠ 117/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1345/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).» (Λεοντής, Ερμηνεία ΑΚ, άρθρο 1984).

«Επομένως το αντικείμενο αυτό κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου δεν αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του κι το γεγονός ότι αυτό έχει εκποιηθεί  από τον κληρονομούμενο με πράξη που δεν συνιστά ανάκληση της κληρονομίας, δεν καθιστά ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία είναι καθολική.» (Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, ΑΓΩΓΕΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Τόμος 1ος, παρ. 74).

«Πρέπει δε να σημειωθή ότι η διάταξις του άρθρ. 1984 § 1 εδ. 1 έχει εφαρμογήν μόνον επί κληροδοσίας, συνεπώς όχι και επί εγκαταστάσεως κληρονόμου επί δήλου. Κατ’ ακολουθίαν η άποψις, κατά την οποίαν επί της τοιαύτης εγκαταστάσεως η υπό του διαθέτου εκποίησις του δήλου «αποτελεί κατ’ ουσίαν ανάκλησιν της εγκαταστάσεως του κληρονόμου», ουδέν νομικόν έρεισμα έχει.» (Βουζίκας, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 87).

«§ 59. Δήλο πράγμα

Αν η εγκατάσταση π.χ. του Α έγινε σε δήλο πράγμα και αυτό μετά την σύνταξη της διαθήκης και πριν από το θάνατο του διαθέτη καταστράφηκε ή εκποιήθηκε, μπορεί από την ερμηνεία της διαθήκης να προκύπτει ότι ο διαθέτης θέλει ανάλογη μείωση των υπόλοιπων εγκαταστάσεων σε δήλα αντικείμενα, για να περιέλθει στον Α το ποσοστό κληρονομιάς, στο οποίο αντιστοιχούσε το δήλο πράγμα, που καταστράφηκε ή εκποιήθηκε.» (Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου,  ΑΓΩΓΕΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, παρ. 59, σελ. 130).

«75. Συνέπεια του χαρακτηρισμού του τιμωμένου σε δήλο ως κληρονόμου είναι ότι η μνεία του δήλου αποτελεί και προσδιορισμό του ποσοστού (κλάσματος) της κληρονομιάς, στο οποίο καλείται και το οποίο προσδιορίζεται ανάλογα με την αξία του δήλου σε σχέση με την όλη κληρονομιά. Περαιτέρω άλλη συνέπεια είναι ότι η μνεία του δήλου αποτελεί και διανεμητική διάταξη και ότι σ’ αυτή την εγκατάσταση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για εγκατάσταση σε ποσοστό των άρθρων 1801-1808 ΑΚ.» (Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, ΑΓΩΓΕΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Τόμος 1ος, παρ. 75).

«Συγχρόνως όμως η εγκατάστασις επί δήλου, ενέχει και προσδιορισμόν κατά ποσοστόν της μερίδος της κληρονομίας, της περιεχόμενης εις τον τετιμημένον, κατά τον λόγον της αξίας του δήλου, εν σχέσει προς την αξίαν της όλης κλρονομίας (ΑΠ 676/1953). Ούτως εάν η αξία του καταλειφθέντος εις τον Α δήλου πράγματος, λ.χ. ενός διαμερίσματος είναι αξίας ενός εκατομμυρίου, η δε αξία της όλης κληρονομίας, κατά τον χρόνον θανάτου του διαθέτου είναι αξίας τριών εκατομμυρίων, τότε ο Α θεωρείται ως εγκατασταθείς εις το 1/3 της κληρονομίας […] Η μνεία του δήλου, ως δέχεται σταθερώς κι η νομολογία των δικαστηρίων μας (ΑΠ 379/1967), αποτελεί ούτω διανεμητικήν διάταξιν, υπό την έννοια ότι εις την κατά ποσοστόν, όπως είπομεν, μερίδα του τετιμημένου θα περιληφθή – ή θα την καλύψη εξ ολοκλήρου –  το δήλον πράγμα» (Παπαντωνίου, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 57)

«III. Μερίδα.

Η κατάλειψη του ειδικού αντικειμένου προσδιορίζει συγχρό¬νως, κατά τη βούληση του διαθέτη, και τη μερίδα του τιμωμέ¬νου15. Ως προς αυτήν εφαρμόζονται οι διατάξεις για την εγκατάσταση σε ποσοστό. Το μέγεθος της προσδιορίζεται από τη βούληση του διαθέτη· το ζήτημα είναι πραγματικό . Στην αληθινή ή εικαζόμενη βούληση αυτού όμως ανταποκρίνεται συνήθως η απονομή μερίδας ανάλογης με την αξία του δήλου σε σχέση με την αξία της περιουσίας . Π.χ. ο Δ αφήνει στην Α το α ακίνητο αξίας 10.000 και στον Β την υπόλοιπη περιουσία του αξίας 8.000. Μερίς Α = 10/18, μερίς Β = 8/18.» (Φίλιος, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, παρ. 29ΔΙII).

«Επί εγκατάστασης κληρονόμου που συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε αντίθεση προς τη δημιουργική ειδικής διαδοχής κληροδοσία, δεν είναι δεκτική αναλογικής εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1984 παρ. 1 ΑΚ.

Ανεξάρτητα από τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν τα νομικά ελαττώματα (804 επ. ΑΚ), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1884 και 1890 ΑΚ, ο εγκατάστατος δεν χάνει την ιδιότητα του κληρονόμου και σε περίπτωση εγκατάστασης περισσοτέρων κληρονόμων σε δήλα πράγματα, τους οποίους ο διαθέτης επιθυμεί ως μόνους κληρονόμους (δεν χάνει) και την ενδεχόμενη επέκταση του κληρονομικού του μεριδίου στο αδιάθετο, τυχόν, μέρος της κληρονομίας (1802 ΑΚ) ή την ανάλογη προσαύξηση του μερίδιού του με τη μερίδα του άλλου εγκατάστατου που εξέπεσε (1807 παρ. 1 ΑΚ).» (Καρακώστας, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Άρθρο 1800, παρ. 451).

 

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

1345/2011 Εφετείο Αθηνών [NOMOS]

«Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση, εγκαταστάσεως κληρονόμου επί δήλου [ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου] αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατο του εκποίησε το δήλον πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί στοιχείο της κληρονομιάς του, το γεγονός αυτό, δεν καθιστά εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε αντίθεση με την δημιουργική ειδικής διαδοχής κληροδοσία, στην οποία και μόνο εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 1984 § 1 ΑΚ. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποιήσεως του δήλου, υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο [ποσότητα χρημάτων, απαίτηση κατά του τρίτου κλπ], η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 1982 § 2,1984 § 3, 1987 § 2 και 1988 ΑΚ [ΑΠ 117/1998, Αστικός Κώδικας Γεωργιάδης Σταθόπουλος, άρθρο 1800 αριθ. 26,27, Φίλιος, ΕρμΑΚ 1800 αριθ. 56 επ].»

117/1998 ΑΠ [NOMOS]

«Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση εγκαταστάσεως κληρονόμου επί δήλου (ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου), αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατό του εκποίησε το δήλον πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της κληρονομίας του, το γεγονός αυτό δεν καθιστά, εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία συνεπάγεται καθολική (και ως προς τα χρέη της κληρονομίας) διαδοχή, σε αντίθεση με τη δημιουργική ειδικής διαδοχής κληροδοσία, στην οποία και μόνο εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 1984 παρ.1 ΑΚ. Επομένως στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποιήσεως του δήλου υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο (ποσότητα χρημάτων, απαίτηση κατά του τρίτου κλπ.), η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 1982 παρ.2, 1984 παρ.3, 1987 παρ.2 και 1988 του ΑΚ.»

 

6849/1986 Εφετείο Αθηνών [Δνη 28/138]

«Οι τρόποι ανακλήσεως της διαθήκης καθορίζονται περιοριστικά από τα άρθρα 1763-1768 του ΑΚ, και γι’ αυτό δεν νοείται ανάκληση κατ’ άλλο τρόπο, και μεταξύ των ως άνω τρόπων ανακλήσεως που καθορίζονται από τα άρθρα 1763-1768 του ΑΚ οπωσδήποτε δεν περιλαμβάνεται και η εκ μέρους του διαθέτου εκποίηση του περιουσιακού αντικειμένου το οποίο άφησε με τη διαθήκη του ο διαθέτης στον κληρονόμο ως δήλο πράγμα (βλ. σχετικά Πα· παντωνίου  στην ΕρμΑΚ, Εισ. 1763-1768 αριθ. 20,24, 34,35,36, Μπαλή Κλήρου. § 65). Επομένως, ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο ενάγων με την ως άνω προσθήκη των προτάσεών του που κατέθεσε κατά την πρώτη και μοναδική συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τον οποίο (ισχυρισμό) ισχυρίσθηκε ότι για την επίδικη οικία η σύνταξη του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου πώλησης της οικίας αυτής στον εναγόμενο εμπεριέχει ανάκληση της ως άνω ιδιογράφου διαθήκης αυτής, που επικαλείται ο εναγόμενος, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 1801 επ. του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.»

«[…] Συνεπώς σε περίπτωση εγκατάστασης περισσότερων προσώπων σε δήλα, ως μόνων κληρονόμων, το κληρονομικό μερίδιο του εγκατάστατου στο δήλο που εκποιήθηκε ή εξέλιπε είτε επεκτείνεται στο τυχόν αδιάθετο μέρος της κληρονομίας (ΑΚ 1802) είτε/και προσαυξάνει ανάλογα με ποσοστά από τις μερίδες των άλλων εγκαταστάτων που τυχόν εξέπεσαν (ΑΚ 1807 § 1). Υποστηρίζεται ακόμη, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατό η έκλειψη του δήλου (λ.χ. εκούσια εκποίησή του για κάλυψη οικονομικών αναγκών κτλ.) να θεωρηθεί ως μεταβολή των συνθηκών που επιβάλλει την – σύμφωνα με την υποθετική βούληση του διαθέτη – αναπροσαρμογή των ποσοστών των εγκαταστάτων, ώστε να διατηρηθεί η αρχική αναλογία ανάμεσα στις κληρονομικές τους μερίδες.» (Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, Άρθρο 1800, παρ. 26).

Αριθ. 1077/1990 Τμ. Α’ [EEN 58 (1991), 428]

Από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1712, 1800,1802,1884,1890 του ΑΚ, συνδυαζόμενες, προκύπτει ότι η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου (ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου) η συνοδευόμενη με διατάξεις της διαθήκης περί εγκαταστάσεως σε διάφορα περιουσιακά στοιχεία και άλλων, ως μόνων μαζί με αυτόν τον εγκατάστατο, κληρονόμων, ενέχει αφ’ ενός μεν προσδιορισμό του ποσοστού της περιουσίας του διαθέτη το οποίο καταλείπεται, εμμέσως, στον εγκαθιστάμενο, ως αποδιδόμενου από τη μαθηματική σχέση της αξίας του δήλου στο οποίο εγκαθίσταται προς εκείνη του συνόλου των διατιθέμενων, με τη διαθήκη, περιουσιακών στοιχείων, αφ’ ετέρου δε διανεμητική, του διαθέτη, κατά το άρθρο 1890 του ΑΚ, διάταξη με περιεχόμενο το ότι για την κάλυψη της ποσοστιαίας κληρονομικής μερίδας του εγκαθιστάμενου, αυτός θα λάβει το καταλειπόμενο ορισμένο περιουσιακό αντικείμενο. Ούτως ώστε το γεγονός ότι το αντικείμενο τούτο κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της περιουσίας του, επειδή αυτός το έχει ήδη, τυχόν, εκποιήσει (με πράξη που δεν συνιστά ανάκληση διαθήκης, κατά τα άρθρα 1763 έως 1766 του ΑΚ), να μην καθιστά, καθαυτό, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία, συνεπαγόμενη καθολική (και ως προς τα χρέη της κληρονομιάς) διαδοχή, σε αντίθεση προς τη δημιουργική ειδικής διαδοχής, κληροδοσία, δεν είναι δεκτική ανάλογης εφαρμογής του κανόνος του άρθρου 1984 § 1 του ΑΚ. Και, ανεξαρτήτως της δυνατότητας εφαρμογής, σε περίπτωση όπως η προαναφερόμενη, της περί νομικών ελαττωμάτων ρυθμίσεως του άρθρου 804, ουνδυαζόμενου με τα άρθρα 1884, 1890 του ΑΚ, να μη ματαιώνει – αυτό το γεγονός – την από τον εγκατάστατο πρόσκτηση, με το θάνατο του διαθέτη, της ιδιότητας κληρονόμου του και την ενδεχόμενη, στην ανωτέρω περίπτωση εγκαταστάσεως πλειόνων επί δήλων ως μόνων κληρονόμων, επέκταση του κληρονομικού του μεριδίου στο αδιάθετο, τυχόν, μέρος της κληρονομιάς (ΑΚ 1802) ή την ανάλογη προσαύξησα] του μεριδίου του με τη μερίδα άλλου εγκατάστατου που εξέπεσε (ΑΚ 1807 §1). Συνεπώς το Εφετείο (που με την αναιρεσιβαλλομένη, κατόπιν μερικής παραδοχής εφέσεων του αναιρεσείοντος και του Υπουργού Οικονομικών, δέχθηκε μερικώς την αγωγή του αναιρεσείοντος δια της αναγνωρίσεως και του ότι αυτός, η Ιερή Μητρόπολη Κ.** και η Γ.Τ. ** είναι συγκληρονόμοι του Γ.Α.Τ. ** σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία του) κρίνοντας αναφορικά με την από τον διαθέτη Γ.Τ.** εκποίηση των ακινήτων στων οποίων την ψιλή κυριότητα είχε εγκαταστήσει, με την αναφερόμενη μυστική ιδιόγραφη διαθήκη του. χρονολογίας 27 Μαρτίου 1983, ως κληρονόμους, την τρίτη και τον έκτο αναιρεσιβλήτους, μαζί με τη σύζυγό του, τον αναιρεσείοντα και άλλους επί διάφορων δήλων, επίσης, εγκαταστάτους για να είναι, κατά τη θέλησή του, οι εγκαθιστάμενοι, στο σύνολό τους, οι μόνο( και αποκλειστικοί κληρονόμοι του, ότι η ανωτέρω εκποίηση δεν κατέστησε την κληρονομική εγκατάσταση αυτών των αναιρεσιβλήτων κενή περιεχομένου, καθώς και ότι αυτοί, γενόμενοι συγκληρονόμοι, έχουν κληρονομικό δικαίωμα εκτεινόμενο στο αναφερόμενο αδιάθετο μέρος της κληρονομιαίας του διαθέτη, περιουσίας, κατά την αναλογία της αξίας των δήλων που τους είχαν καταλειφθεί, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου (δια μη προσδόσεως στην αναιρεσιβαλ- λομένη αντίστοιχης νόμιμης βάσεως), διάταξη των άρθρων 1802, 1807 ή 1710, 1846, 1847, 1884, 1890 του ΑΚ. [Επικυρώνει την 12251/88 ΕφΑθ].

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

[email protected]

Πηγή άρθρου